Θεόδωρος Γαλάνης "Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ – ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΠΤΥΧΕΣ"

Read 34 times

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει ποσοστό τάξεως  53  της ενέργειας που καταναλώνει, με ισχυρή εξάρτηση από ένα μόνον προμηθευτή ενώ οι εξωτερικές ενεργειακές δαπάνες της Ένωσης υπερβαίνουν το ποσό του ενός (1) δις ημερησίως και καλύπτουν το ένα πέμπτο των εισαγωγών της .

 Χαρακτηριστικά, το υψηλότατο ποσοστό του 94*100 των μεταφορών εξαρτάται από πετρελαϊκά προϊόντα, εκ των οποίων το 90*100 προέρχεται από εισαγωγές. Παράλληλα, η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας βαίνει κλιμακούμενη, με αναμενόμενη αύξηση 27*100 έως το έτος 2030, η οποία θα συνεπιφέρει και σημαντικές αλλαγές τόσο στον ενεργειακό εφοδιασμό όσο και στις εμπορικές ροές. Υπολογίζεται ότι έως το έτος 2020, θα πρέπει να επενδυθεί πάνω από ένα (1) τρις ευρώ στον ευρωπαϊκό ενεργειακό τομέα .
Υπό το φως των ανωτέρω, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι η ανάδειξη της ενεργειακής ασφάλειας και αλληλεγγύης ως του πρώτου εκ των πέντε βασικών πυλώνων της ενεργειακής στρατηγικής της Ένωσης για τα επόμενα χρόνια. Η κοινή προσέγγιση των προβλημάτων και η ενδυνάμωση της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών είναι μονόδρομος, προκειμένου οι εταίροι να καταστούν ενεργειακά πιο ασφαλείς και πιο ισχυροί. Η πρόταση της Επιτροπής για την Ενεργειακή Ένωση το Φεβρουάριο του 2015, με την οποία χαράσσεται η στρατηγική-πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια, ορθώς τοποθετεί την αλληλεγγύη στον πυρήνα της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας, υπενθυμίζοντας τις ρητές σχετικές αναφορές στις Συνθήκες.
Πράγματι, η αλληλεγγύη, με την τριπλή ιδιότητα της αρχής, της αξίας και του στόχου της Ένωσης, μνημονεύεται σε αρκετά σημεία της Συνθήκης της Λισαβόνας, μεταξύ αυτών και στο άρθρο 194 ΣΛΕΕ, το οποίο καθιερώνει για πρώτη φορά νομική βάση για τη διαμόρφωση μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Περαιτέρω, από τις αρχές και αξίες που διαπνέουν το ενωσιακό οικοδόμημα, με βάση τουλάχιστον τα κείμενα των Συνθηκών, πιθανότατα καμία άλλη δεν έχει έρθει τόσο δυναμικά στο προσκήνιο, συνεπεία της σοβούσας δημοσιονομικής, πρωτίστως, αλλά και πολιτικο-κοινωνικής κρίσης . Οι πρόσφατες εξελίξεις στο προσφυγικό ζήτημα και στο μέτωπο της τρομοκρατίας απλά επιβεβαίωσαν τη σημασία της αλληλεγγύης στην κρίσιμη στροφή που πρέπει να πάρει η Ευρώπη, σε πολιτικοδικαιικό επίπεδο. Αιτούμενο είναι πλέον η θεσμική και ενιαία στοίχιση της Ευρώπης απέναντι στα κρίσιμα διακυβεύματα, με τη συσπείρωση γύρω από κοινές αρχές και την άρθρωση κοινών απαντήσεων στα συλλογικά προβλήματα. Νομοτελειακά η αλληλεγγύη, σύστοιχη με την ιδέα του κοινοτισμού, με το ηθικό, πολιτικό, συμβολικό, αλλά και το κανονιστικό φορτίο το οποίο κομίζει, τοποθετείται στο επίκεντρο αυτών των διεργασιών και του ευρύτερου αναστοχασμού της ενωσιακής υπόθεσης.
Αν η αλληλεγγύη ορίζεται γενικώς ως η σχέση αμοιβαίας ηθικής ή υλικής στήριξης μεταξύ ατόμων, συνήθως στο πλαίσιο ενός συνόλου, η έννοια αυτή ιστορικά προσλαμβάνει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού εγχειρήματος . Πρόκειται δε για αρχή, η οποία διατρέχει όλο το σύμπλεγμα σχέσεων της ενωσιακής δικαιοταξίας: αφορά τόσο τις σχέσεις κρατών μελών και Ένωσης, όσο και των κρατών μελών μεταξύ τους, ενώ έχει παράλληλα και εξωτερική διάσταση, επικαθορίζει δηλαδή και τις σχέσεις της Ένωσης με τρίτες χώρες. Συγχρόνως, εκπέμπει και το διακριτό στίγμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας, του ευρωπαϊκού συστήματος αξιών, καθώς και του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Όπως ορθώς έχει παρατηρηθεί, η αλληλεγγύη δεν συνιστά μόνο κατευθυντήρια αρχή της ενωσιακής ενοποιητικής προσπάθειας, αλλά ουσιώδες στοιχείο διαφοροποίησής της σε σχέση με άλλες συνομαδώσεις κρατών και διεθνή υποκείμενα .Συνιστά, κατά πολλούς, ίδιον και σταθερά της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» και του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», η οποία ωστόσο δοκιμάζεται, κατά άλλους κλυδωνίζεται, ή ακόμα τίθεται εν αμφιβόλω, στην τρέχουσα ιδιότυπη κατάσταση ανάγκης .
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η συνάντηση της κοινής ενεργειακής πολιτικής και της αλληλεγγύης, τουλάχιστον σε κανονιστικό επίπεδο, πραγματοποιείται με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Για πρώτη φορά, προβλέπεται ρητά νομική βάση για τη λήψη μέτρων στον τομέα της ενέργειας, ο οποίος συγκαταλέγεται εφεξής στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης . Παρά τους όποιους περιορισμούς και την εν μέρει διατήρηση της διακυβερνητικής λογικής, η Συνθήκη της Λισαβόνας αποτελεί τομή στην μακρά πορεία διαμόρφωσης μιας ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής «σε πνεύμα αλληλεγγύης» (ΙΙ), την οποία υπαγορεύουν οι τρέχουσες σύνθετες ενεργειακές ανάγκες και στοχεύσεις (Ι), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να υφίστανται όρια, ανασταλτικοί παράγοντες και ανοικτές προκλήσεις για την κοινή, αλληλέγγυα δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ΙΙΙ).

I. Η ανάγκη για μια ενωσιακή πολιτική ενέργειας με άξονα την αλληλεγγύη
Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση γεννήθηκε, εν μέρει, από μια ενεργειακή κρίση και δοκιμάστηκε από αρκετές ακόμα κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, δεν κατέστη δυνατό να αναπτύξει από νωρίς μια κοινή προσέγγιση στα ενεργειακά θέματα. Η μεγάλη διεύρυνση, ωστόσο, το 2004 και οι συνακόλουθες κρίσεις του φυσικού αερίου επιτάχυναν τις εξελίξεις (α), καθώς η εντεινόμενη αλληλεξάρτηση των κρατών μελών (β) και οι πολυεπίπεδοι περιβαλλοντικοί στόχοι που έθεσε παράλληλα η Ένωση (γ) οδήγησαν στη, μερική, κάμψη, των αντιρρήσεων και προβληματισμών που αρχικώς προέβαλαν τα κράτη μέλη.
α) Οι αλλεπάλληλες ενεργειακές κρίσεις
Μολονότι οι απαρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετούνται στις δύο ενεργειακές, κατά βάση, Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ), και σημαδεύτηκαν από την κρίση του Σουέζ, η οποία είχε σημαντικές επιπτώσεις στον εφοδιασμό της υπό σύσταση τότε Κοινότητας με πετρέλαιο, η συνεργασία των κρατών μελών στο συγκεκριμένο τομέα παρέμεινε αποσπασματική. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις, το 1973-1974 και στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, δεν άλλαξαν τα δεδομένα, παρά τις σημαντικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε το σύνολο των τότε εταίρων για τον ενεργειακό τους εφοδιασμό. Η καταστροφική έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσερνομπίλ επίσης δεν δρομολόγησε σημαντικές εξελίξεις, ούτε ανέστρεψε στρατηγικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο για επενδύσεις στη συγκεκριμένη μορφή ενέργειας. Οι διαδοχικές ωστόσο διευρύνσεις στον αριθμό των μελών της, ιδίως το 2004 και δευτερευόντως το 2007, μεγάλωσαν το έλλειμμα στο ενεργειακό ισοζύγιο της Ένωσης και επέτειναν την εξάρτησή της από τρίτες χώρες. Ταυτόχρονα, το 2006, εκδηλώνεται η πρώτη ρωσο-ουκρανική κρίση, με τη διακοπή της παροχής φυσικού αερίου, ύστερα από τριάντα χρόνια αδιάλειπτης τροφοδοσίας της Ευρώπης από τα ρωσικά αποθέματα. Το επεισόδιο αυτό, και η επανάληψή του το 2009, αφύπνισε τα κράτη μέλη, ειδικά τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που αντιμετώπισαν τα περισσότερα προβλήματα, ως προς τη διπλή εξάρτησή τους, τόσο στο επίπεδο των προμηθευτών, όσο και στο επίπεδο των οδεύσεων, αφού ως το 2011, το 80*100 του φυσικού αερίου που διοχετευόταν από τη Ρωσία στην Ευρώπη διερχόταν από το ουκρανικό έδαφος .
Όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, η Ένωση έλαβε συγκεκριμένα μέτρα, προκειμένου να μετριάσει τις συνέπειες της ενεργειακής εξάρτησης, να διαχειριστεί με πιο αποτελεσματικό τρόπο τις κρίσεις και να διαφοροποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, τις ενεργειακές της πηγές και οδεύσεις. Το ιστορικό των κρίσεων, με αποκορύφωμα τη ρωσο-ουκρανική διένεξη, υπογραμμίζει την ανάγκη για μια γενικότερη ενεργειακή συσπείρωση των ευρωπαϊκών κρατών, με άξονα μια κοινή στρατηγική, ειδικά σε θέματα ενεργειακού εφοδιασμού. Ενώ τα μηνύματα φαίνεται να έχουν ληφθεί από τα κράτη μέλη, στο βαθμό που συναίνεσαν για τη συμπερίληψη της ενέργειας στις συντρέχουσες, έστω, αρμοδιότητες της Ένωσης με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η θετική αυτή εξέλιξη δεν εξαντλεί τη συγκεκριμένη προβληματική.

β) Ο «ενεργειακός πατριωτισμός» και η εντεινόμενη αλληλεξάρτηση των κρατών μελών
Είναι γεγονός ότι στα κράτη μέλη πρυτάνευσε επί μακρόν η λογική διασφάλισης των εθνικών ενεργειακών τους συμφερόντων, έναντι της προσπάθειας χάραξης μια κοινής ενεργειακής πολιτικής. Η ισορροπία μεταξύ του εθνικού, το οποίο καμία βεβαίως κυβέρνηση δεν μπορεί να παραβλέψει, και του συλλογικού-ενωσιακού, το οποίο μπορεί μεν να είναι μεσο-μακροπρόθεσμα επωφελές, αλλά, καθώς συνεπάγεται αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, καθίσταται εσωτερικά πιο δύσκολα πολιτικά διαχειρίσιμο, είναι ούτως ή άλλως μια δομικά δύσκολη άσκηση. Πέραν αυτού, την ενεργειακή εσωστρέφεια των κρατών μελών και τη μειωμένη βούληση για τη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο καλλιέργησαν μια σειρά από παράγοντες, όπως η ποικιλομορφία του ενεργειακού προφίλ και των διαθέσιμων υποδομών σε εθνικό επίπεδο, η ανισοκατανομή των ενεργειακών πόρων στο έδαφος της Ένωσης, καθώς και η έλλειψη μιας κοινής προσέγγισης υπό το πρίσμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) .
Οι παραπάνω διαφορές επικαθόριζαν και τις όποιες συμμαχίες και συνομαδώσεις, οι οποίες συμπήσσονταν στο εσωτερικό της Ένωσης: από τη μια πλευρά, συντάσσονταν τα κράτη μέλη με ορυκτά καύσιμα ή εύκολη πρόσβαση σε ενεργειακή πρώτη ύλη (Μεγάλη Βρετανία, Ολλανδία, Δανία), για τα οποία ενδεχόμενες αποφάσεις μιας υπερεθνικής οντότητας επί του ενεργειακού τους μίγματος και επί της συνολικής τους στρατηγικής θα μπορούσαν να εκληφθούν ως εισπήδηση σε αρμοδιότητες και εξουσίες συνυφασμένες με τον σκληρό πυρήνα της εθνικής τους κυριαρχίας . Από την άλλη πλευρά, τα κράτη μέλη με λιγότερο προνομιακή πρόσβαση στην ενεργειακή αγορά συνηγορούσαν πιο εύκολα υπέρ της ανάληψης κεντρικών πρωτοβουλιών από την Επιτροπή και από τα λοιπά θεσμικά όργανα. Ομοίως, οι εταίροι που τάσσονταν υπέρ του περιορισμού της χρήσης πυρηνικής ενέργειας ή δεν διέθεταν αντίστοιχες υποδομές, διαφοροποιούνταν σε μια σειρά κομβικών θεμάτων, σε σχέση με τις χώρες που κάλυπταν και καλύπτουν μεγάλο μέρος των ενεργειακών τους αναγκών μέσω της λειτουργίας πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών και η επικράτηση ενός είδους «ενεργειακού πατριωτισμού» μεταξύ των κρατών μελών, αντανακλούσε και αντανακλά και στις εξωτερικές σχέσεις της Κοινότητας/Ένωσης, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται δεκτή ως ενεργειακό μέγεθος από τη διεθνή κοινότητα. Οι μονομερείς ενέργειες και πρωτοβουλίες, η επίδειξη τάσεων προστατευτισμού, οι διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, χωρίς να γίνεται απόλυτα σεβαστό το ενωσιακό κεκτημένο, και η απουσία ενιαίας, συλλογικής φωνής στα διεθνή fora και στις παγκόσμιες αγορές υποβαθμίζει τη σημασία και το κύρος της Ένωσης, στην ενεργειακή, τουλάχιστον, πλευρά της .
Την ίδια στιγμή, οι αλλεπάλληλες κρίσεις, η μάχη που μαίνεται για τον έλεγχο των ορυκτών καυσίμων και των σπάνιων γαιών σε παγκόσμιο επίπεδο και η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες, καταδεικνύουν την ανάγκη ανάληψης συλλογικής δράσης, για την εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Ένωσης, και δη ορισμένων πλούσιων σε ενεργειακές πηγές μελών της, την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, καθώς και την ανάκτηση ισχυρότερης διαπραγματευτικής θέσης στις παγκόσμιες συναλλαγές, ανάλογης της διεθνούς οικονομικής βαρύτητας της Ένωσης. Στρατηγικός στόχος είναι η, στο μέτρο του δυνατού, ενεργειακή αυτονομία της Ένωσης, μέσω της διαφοροποίησης των πηγών, των προμηθευτών και των ενεργειακών οδεύσεων. Προς τούτο, απαιτούνται σημαντικές αποφάσεις με ισχυρή διασυνοριακή διάσταση, οι οποίες προϋποθέτουν τη συναίνεση και τη συστράτευση του συνόλου των κρατών μελών. Για παράδειγμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφοροποίηση του εφοδιασμού με φυσικό αέριο, πρέπει να εντατικοποιηθούν οι εργασίες για τον Νότιο Διάδρομο φυσικού αερίου, ώστε να δοθεί στις χώρες της Κεντρικής Ασίας η δυνατότητα να εξάγουν το φυσικό τους αέριο στην Ευρώπη . Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να κατασκευαστούν κόμβοι υγροποιημένου φυσικού αερίου, τόσο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όσο και στην περιοχή της Μεσογείου. Η διαφοροποίηση της προσφοράς απαιτεί την συνένωση δυνάμεων και πόρων για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών και διασυνδέσεων.

γ) Οι απαιτητικοί περιβαλλοντικοί στόχοι
Η εκπόνηση και εφαρμογή μιας κοινής, ενωσιακής στρατηγικής για την ενέργεια πρέπει παράλληλα να συμβαδίζει με τους φιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους της Ένωσης και με την ιδιαίτερη ευαισθησία που αυτή έχει επιδείξει διαχρονικά στο συγκεκριμένο πεδίο. Ως γνωστόν, με βάση την οριζόντια ρήτρα του άρθρου 11 ΣΛΕΕ, το περιβάλλον πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τη διαμόρφωση όλων των ενωσιακών πολιτικών και δράσεων . Πέραν ωστόσο, από την προστατευτική διάσταση, ο συνυπολογισμός της περιβαλλοντικής παραμέτρου στις ενεργειακές αποφάσεις οδηγεί σε συγκράτηση της ενεργειακής ζήτησης, σε βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και τελικώς συμβάλλει στη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τρίτες χώρες.
Ειδικότερα, σε συνέχεια του τριπλού ευρωπαϊκού ενεργειακού στόχου «20/20/20» (20*100 μείωση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, 20*100 αύξηση του ποσοστού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για την κάλυψη των αναγκών της Ευρώπης και 20*100 περισσότερη αποτελεσματικότητα στην χρήση ενέργειας σε όλη την Ένωση έως το 2020), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έθεσε τον Οκτώβριο του 2014 μια σειρά από νέους απαιτητικούς κλιματικούς-περιβαλλοντικούς στόχους, οι οποίοι συγκαθορίζουν και τη στρατηγική για την Ενεργειακή Ένωση: έως το 2030, μείωση κατά τουλάχιστον 40*100 των εγχώριων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με το 1990, βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης τουλάχιστον κατά 27*100 και μερίδιο της ενέργειας που καταναλώνεται στην Ένωση και προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, τουλάχιστον 27*100 .
Σε ό,τι αφορά τον πρώτο στόχο, απαιτείται, έως το 2030, μείωση των εκπομπών στους τομείς της αγοράς ανθρακούχων εκπομπών κατά 43*100 (σύστημα της ΕΕ για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών-ΣΕΔΕ) και στους τομείς εκτός αυτής (τομείς εκτός ΣΕΔΕ) κατά 30*100, σε σύγκριση με το 2005 . Στο πεδίο της ενεργειακής απόδοσης, η Ένωση έχει ήδη λάβει σειρά μέτρων για να καταστεί πιο αποδοτική η ενεργειακή της κατανάλωση, όπως για παράδειγμα η υιοθέτηση νομοθεσίας για την επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης των συσκευών. Τα μέτρα αυτά πρέπει να διευρυνθούν και να εντατικοποιηθούν, ειδικά σε τομείς με σημαντικό δυναμικό ενεργειακής απόδοσης, όπως οι μεταφορές και τα κτίρια. Η θέρμανση και η ψύξη αποτελούν τη μεγαλύτερη ενιαία πηγή ζήτησης ενέργειας στην Ευρώπη και το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου χρησιμοποιείται για τους σκοπούς αυτούς, ενώ στις μεταφορές αναλογεί άνω του 30*100 της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη . Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αποφασισμένη να καταστεί παγκόσμιος ηγέτης στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), και συγκεκριμένα παγκόσμιος κόμβος για την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς τεχνολογικά προηγμένων και ανταγωνιστικών ΑΠΕ. Έχει ήδη προεκτεθεί το ορόσημο του έτους 2030, ενώ στο μεσοδιάστημα, έως το 2020, η Ένωση στοχεύει στην αύξηση σε ποσοστό 20*100 του μεριδίου των ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα. Η επίτευξη των στόχων αυτών επιβάλλει την αυξημένη επένδυση κεφαλαίων σε υποδομές ΑΠΕ και στη διασύνδεσή τους με τα κεντρικά συστήματα.
Στους ανωτέρω ιδιαίτερα απαιτητικούς ενεργειακούς-περιβαλλοντικούς στόχους, πρέπει να προστεθούν ο ενεργειακός χάρτης πορείας για το έτος 2050, ο οποίος αποβλέπει στο δραστικό περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά την παραγωγή ενέργειας στο ευρωπαϊκό έδαφος, καθώς και η συμφωνία για την κλιματική αλλαγή και για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας της Γης, η οποία επιτεύχθηκε στο Παρίσι το Νοέμβριο του 2015 και αναμένεται να επηρεάσει ριζικά τις ενωσιακές και εθνικές ενεργειακές πολιτικές .
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι σημαντικοί στρατηγικοί στόχοι της Ένωσης, οι οποίοι συνέχονται με την κλιματική αλλαγή και, ευρύτερα, με την προστασία του περιβάλλοντος, επηρεάζουν και, εν πολλοίς, συνδιαμορφώνουν την ενεργειακή της πολιτική. Κομβικές αποφάσεις και στοχεύσεις κλιματικού-περιβαλλοντικού χαρακτήρα έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε ενεργειακό επίπεδο. Ενδεικτικά, η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα οδηγήσει σε μικρότερη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, και παρεπόμενα θα αμβλύνει την εξάρτηση της Ένωσης από εισαγωγές καυσίμων, με την εξοικονόμηση για την επόμενη εικοσαετία να αντιστοιχεί, κατ'εκτίμηση, σε τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) δις ευρώ .

II. Η σταδιακή ανάδυση μιας ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής με αλληλέγγυο πρόσημο
α) Από την ΕΚΑΧ στη Συνθήκη της Λισαβόνας
Όπως έχει ήδη προδιαληφθεί, οι δύο ενεργειακές Συνθήκες της ΕΚΑΧ και της ΕΚΑΕ, ειδικά η πρώτη, αποτέλεσαν τον προπομπό της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και της μετεξέλιξής της. Η ιδέα της αλληλεγγύης ήταν κεντρική στην προσπάθεια να τεθεί υπό κοινή διαχείριση η παραγωγή άνθρακα και χάλυβα, δύο εκ των βασικών πρώτων υλών για τη βιομηχανία, αλλά και για την πολεμική προσπάθεια. Το κοινό πλαίσιο των έξι ιδρυτικών μελών, το οποίο ήταν εξαρχής ανοικτό στη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αποτέλεσε τη βάση για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και έθεσε τα θεμέλια για τις συνθήκες συλλογικής οικονομικής ευημερίας που επικράτησαν στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής επικράτειας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, στο πλαίσιο της ΕΚΑΧ, ιδρύθηκε ένα ειδικό ταμείο αλληλεγγύης για τη στήριξη των εργαζομένων, καθώς και για την ενίσχυση συνολικά της απασχόλησης σε περιοχές που επηρεάζονταν περισσότερο από την περικοπή θέσεων εργασίας, λόγω αναδιαρθρώσεων. Το ειδικό αυτό ταμείο αποτέλεσε, τρόπον τινά, τον πρόδρομο των κοινοτικών-ενωσιακών διαρθρωτικών ταμείων, τα οποία αναπτύχθηκαν από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν.
Τα αρχικά θετικά βήματα, στην κατεύθυνση της συλλογικής αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων, δεν είχαν ανάλογη συνέχεια. Η σιωπή των Συνθηκών, παρά τις αλλεπάλληλες ενεργειακές κρίσεις, και η διατήρηση αντανακλαστικών «ενεργειακού πατριωτισμού» από τα κράτη μέλη, δεν επέτρεψαν την υιοθέτηση ξεχωριστής νομικής βάσης για την ενέργεια . Η έλλειψη σαφούς δικαιοθετικής αποτύπωσης της βούλησης για μια κοινή ενεργειακή πολιτική δεν απέτρεψε, παρόλ’ αυτά, την προοδευτική οικοδόμησή της, με πρωτεργάτη την Επιτροπή και αρωγό το Δικαστήριο (ΔΕΚ/ΔΕΕ).
Με τη βοήθεια της δημιουργικής νομολογίας του ΔΕΚ, η Επιτροπή προσέφυγε σε επικουρικές-έμμεσες νομικές βάσεις, προκειμένου να προωθήσει την υιοθέτηση οδηγιών, οι οποίες άπτονταν της ενεργειακής πολιτικής. Οι διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη εγκατάσταση, την οικονομική πολιτική, τον ανταγωνισμό, το περιβάλλον και, κυρίως, την εσωτερική αγορά, επιστρατεύτηκαν για την ενεργοποίηση μέτρων ενεργειακού χαρακτήρα και τη σταδιακή πρόσκτηση ενός νέου κανονιστικού πεδίου από την Κοινότητα . Στην ιδιαίτερη αυτή μηχανική συνέβαλε και ο σταδιακός εμπλουτισμός των Συνθηκών, ειδικά με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, με νομικές βάσεις, οι οποίες μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως εφαλτήριο για τη ρύθμιση ζητημάτων ενεργειακού χαρακτήρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εισαγωγή διατάξεων για το περιβάλλον και για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς έως την 31η Δεκεμβρίου 1992, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, καθώς και η προσθήκη της νομικής βάσης για τα διευρωπαϊκά δίκτυα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, σε συνδυασμό με τη μνεία της ενέργειας στα πεδία δράσης της Κοινότητας, λειτούργησαν προωθητικά ως προς την ανάδυση μιας στοιχειώδους κοινοτικής ενεργειακής πολιτικής .
Το κλίμα άρχισε να μεταβάλλεται από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η σημαντική διεύρυνση του 2004, με την ένταξη δέκα νέων κρατών μελών, κάποια από τα οποία εμφορούνταν από ιδιαίτερες ευαισθησίες σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας και εφοδιασμoύ, η κατακόρυφη άνοδος των τιμών σε βασικά προϊόντα της ενεργειακής αλυσίδας, όπως το πετρέλαιο, η αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης και οι διακοπές στην τροφοδοσία με φυσικό αέριο κατά τη ρωσο-ουκρανική κρίση, επιτάχυναν τις εξελίξεις . Οι εντεινόμενες ανησυχίες για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης δεν συνέβαλαν απλώς στην απόσπαση της συναίνεσης ορισμένων παραδοσιακά επιφυλακτικών εταίρων, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, για την υιοθέτηση ξεχωριστής νομικής βάσης για την ενέργεια στη Συνθήκη της Λισαβόνας, με επισπεύδουσα την Πολωνία, αλλά έθεσαν την αρχή της αλληλεγγύης ως βάση για την ανάπτυξη μιας κοινής ενωσιακής πολιτικής στο ευαίσθητο αυτό πεδίο .

β) Η καθιέρωση νομικής βάσης για την ενέργεια
Με εφαλτήριο την πράσινη βίβλο της Επιτροπής από το έτος 2006 (Ευρωπαϊκή στρατηγική για αειφόρο, ανταγωνιστική και ασφαλή ενέργεια), στην οποία αποτυπώνεται η νέα ενεργειακή πραγματικότητα και οι βασικοί άξονες της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια, εισήχθη ειδική νομική βάση για την ενέργεια με τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της πράσινης βίβλου, η αειφορία, η ανταγωνιστικότητα και η ασφάλεια εφοδιασμού συνιστούν τους ακρογωνιαίους λίθους της ενωσιακής πολιτικής, καθώς και της νομικής της αποτύπωσης στη Συνθήκη . Με βάση τον ενωσιακό καταστατικό χάρτη, και ειδικότερα το άρθρο 194 ΣΛΕΕ, η Ένωση αποκτά συντρέχουσα αρμοδιότητα στο πεδίο της ενέργειας .
Η προσεκτικά διατυπωμένη νομική βάση αντανακλά την προσπάθεια συμβιβασμού, μεταξύ της ανάγκης για τη χάραξη μιας κοινής πολιτικής στον ενεργειακό τομέα και του σεβασμού στα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα κάθε κράτους μέλους σε ζητήματα επιλογής ενεργειακών πηγών και ενεργειακής φορολογικής πολιτικής . Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 194 ΣΛΕΕ θεμελιώνει την αρμοδιότητα της Ένωσης για την υιοθέτηση μιας συνολικής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας, η οποία, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου, έχει στόχο: «α) να διασφαλίζει τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας β) να διασφαλίζει τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης, και γ) να προωθεί την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση ενέργειας καθώς και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και δ) να προωθεί τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων». Η πολιτική της Ένωσης, με επίκεντρο τους παραπάνω στόχους, διαμορφώνεται, όπως προβλέπει το άρθρο στην πρώτη παράγραφο, «σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών».
Για τη σκοπιμότητα έδρασης της νεοπαγούς ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής στην αρχή της αλληλεγγύης, έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις, οι οποίες συγκλίνουν, κατά κύριο λόγο, στην ανάγκη αντιστάθμισης του παραδοσιακά μονομερούς χαρακτήρα των αντίστοιχων εθνικών πολιτικών στον εν λόγω τομέα . Η αναφορά στην αρχή στο συγκεκριμένο άρθρο, κατά το παράδειγμα άλλων πολιτικών, οι οποίες επίσης δεν έχουν εναρμονισθεί πλήρως σε ενωσιακό επίπεδο, υπογραμμίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη τους τα συμφέροντα των εταίρων τους στη διαμόρφωση των εθνικών τους πολιτικών και τονίζει την εν γένει ευθύνη τους, για τη θετική εξέλιξη της κοινής ευρωπαϊκής υπόθεσης .
Περαιτέρω, η επίκληση στην αρχή της αλληλεγγύης επιχειρεί να αντισταθμίσει, εν μέρει, τις περιορισμένες εξωτερικές αρμοδιότητες της Ένωσης στον ενεργειακό τομέα. Πράγματι, είναι εκκωφαντική η σιωπή της Συνθήκης, αναφορικά με την εξωτερική διάσταση της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής. Σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική, τα κράτη μέλη ή οι εθνικοί ενεργειακοί τους «πρωταθλητές» διαπραγματεύονται, ως επί το πλείστον το καθένα για λογαριασμό του, βασικές ενεργειακές συμφωνίες με τρίτα κράτη, χωρίς να τηρείται η αρχή της διαφάνειας και χωρίς να ενημερώνονται τα θεσμικά όργανα ή οι υπόλοιποι εταίροι .
Είναι αυτονόητο ότι, εάν η Ευρώπη μπορούσε να εκπροσωπείται ενιαία στο πλαίσιο σύναψης στρατηγικών συμφωνιών με τρίτες χώρες ή επιχειρήσεις, η διαπραγματευτική ισχύς των μελών της θα πολλαπλασιαζόταν, όπως και τα αντλούμενα από τις συμφωνίες αυτές οφέλη. Η θεμελίωση της κοινής πολιτικής στην αρχή της αλληλεγγύης, σε συνδυασμό με τη νομολογία της σιωπηρώς προβλεπόμενης αρμοδιότητας, την οποία έχει αναπτύξει το Δικαστήριο με αφετηρία την απόφαση AETR, δίνει μερικώς διέξοδο στην απουσία ρητής αναφοράς στις εξωτερικές αρμοδιότητες της Ένωσης από το άρθρο 194 ΣΛΕΕ . Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με μερίδα της θεωρίας, η μνεία στην αρχή της αλληλεγγύης θα μπορούσε να συντείνει στην απάμβλυνση του εξόχως εμπορικού χαρακτήρα της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής, λόγω της δεσπόζουσας θέσης την οποία κατέχει η σχετική με την εσωτερική αγορά τελολογία των Συνθηκών, υπέρ άλλων στοχεύσεων, όπως η προστασία των καταναλωτών και οι απαιτήσεις δημόσιας υπηρεσίας .
Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 194 παρ. 2 και 3 ΣΛΕΕ, τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της πρώτης παραγράφου λαμβάνονται κατά κανόνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και κατ΄εξαίρεση με ομοφωνία, εφόσον πρόκειται για μέτρα κυρίως φορολογικού χαρακτήρα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 εδ. β’, τα μέτρα που θεσπίζονται για την επίτευξη των κοινών στόχων «δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 192, παράγραφος 2, στοιχείο γ)». Οι παραπάνω εξαιρέσεις, σε συνδυασμό με τη Δήλωση αρ. 35 («Η Διάσκεψη θεωρεί ότι το άρθρο 194 δεν επηρεάζει το δικαίωμα των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός τους σε ενέργεια, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 347») δημιουργούν, αρχικώς, την εντύπωση ότι η αναφορά στην αρχή της αλληλεγγύης στερείται ουσιαστικής σημασίας, καθόσον τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν σχετικά εύκολα από την όποια κοινή γραμμή σε θέματα ενεργειακής πολιτικής, επικαλούμενα τα κατοχυρωμένα στο άρθρο 192 παρ. 2 β΄ ΣΛΕΕ δικαιώματά τους.
Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση δεν μπορεί να προκριθεί, εάν εξεταστεί πιο προσεκτικά η νομοτεχνική κατάστρωση και η συστηματική ένταξη του άρθρου 194 στο κείμενο της Συνθήκης. Καταρχάς, η διατύπωση της παραγράφου 1 του άρθρου δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, ότι οι στόχοι που εκεί περιγράφονται, ειδικά ο ενεργειακός εφοδιασμός της Ένωσης, αποτελούν αντικείμενο της κοινής ενωσιακής πολιτικής. Ως εκ τούτου, τα σχετικά περιθώρια αυτόνομων κινήσεων και πρωτοβουλιών των κρατών μελών περιορίζονται. Βέβαια, η αρμοδιότητα της Ένωσης στο εν λόγω πεδίο είναι συντρέχουσα και, επομένως, οποιαδήποτε δράση αναλάβει, θα πρέπει να πληρεί τη διπλή προϋπόθεση της αναγκαιότητας και αποτελεσματικότητας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 ΣΕΕ . Ωστόσο, παρά το τεκμήριο αρμοδιότητας των κρατών μελών και τη δικαστικά ελεγχόμενη τήρηση της αρχής, φρονούμε ότι οι δράσεις της Ένωσης στον προκείμενο τομέα θα πληρούν, κατά κανόνα, τις προμνησθείσες προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, η ενεργειακή αλληλεγγύη του άρθρου 194 ΣΛΕΕ συνιστά ειδικότερη έκφραση της αλληλεγγύης του άρθρου 3 ΣΕΕ, μιας δηλαδή εκ των θεμελιωδών αρχών-αξιών της Ένωσης, ενώ συνέχεται στενά με τη συναφή αναφορά στο άρθρο 122 παρ. 1 ΣΛΕΕ . Υπενθυμίζουμε ότι, δυνάμει της τελευταίας αυτής διάταξης, η Ένωση δύναται να θεσπίζει μέτρα ειδικά για την αντιμετώπιση δυσκολιών στον ενεργειακό της εφοδιασμό, σε πνεύμα αλληλεγγύης, όπως υπογραμμίζεται, μεταξύ των κρατών μελών. Συνεπώς, οι συντάκτες της Συνθήκης δεν υπερτονίζουν τυχαία την αρχή, ειδικά σε σχέση με τον ενεργειακό εφοδιασμό, στο βαθμό που επιχειρούν να συστοιχίσουν τις καταστατικές διατάξεις της Ένωσης με τα αιτούμενα από τα κράτη μέλη.
Από το συνδυασμό των παραπάνω άρθρων συνάγεται η βούληση των κρατών μελών (ως «Κύριοι των Συνθηκών», ‘’Maîtres des Traités’’) να προσδώσουν κανονιστική υπόσταση στην ενεργειακή διάσταση της αλληλεγγύης . Σε ό,τι δε αφορά τη Δήλωση αρ. 35, η παραπομπή στο άρθρο 347 ΣΛΕΕ συνεπάγεται σημειολογικά ότι η δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση του ενεργειακού τους εφοδιασμού ενεργοποιείται εν προκειμένω σε περίπτωση κρίσεων, και συγκεκριμένα «σε περίπτωση σοβαρής εσωτερικής διαταραχής της δημοσίας τάξεως, σε περίπτωση πολέμου ή σοβαρής διεθνούς εντάσεως που αποτελεί απειλή πολέμου ή προς εκπλήρωση υποχρεώσεων που έχει αναλάβει με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφαλείας» . Ακόμα όμως κι αν συντρέχουν οι έκτακτες αυτές περιστάσεις, τα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 347 ΣΛΕΕ, «συνεννοούνται μεταξύ τους, για να προβούν σε κοινή ενέργεια προς αποτροπή παρακωλύσεως της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς». Η ανωτέρω Δήλωση υπακούει, επομένως, σε σημαντικές οριοθετήσεις .
Η συνδυαστική ανάγνωση του άρθρου 194 ΣΛΕΕ δεν εξαντλείται όμως εδώ. Ο εξαγγελθείς στην παράγραφο 1 στόχος της διασύνδεσης των δικτύων παραπέμπει στο άρθρο 170 ΣΛΕΕ σχετικά με τη δημιουργία και ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων, μεταξύ άλλων, στον τομέα της ενέργειας. Η διαμόρφωση κατάλληλων και επαρκών υποδομών και οδεύσεων, οι οποίες θα διατρέχουν το σύνολο της ευρωπαϊκής επικράτειας και θα καθιστούν δυνατή την απρόσκοπτη ροή των ενεργειακών πόρων, διασφαλίζουν τη δυνατότητα αμοιβαίας υποστήριξης και επικουρίας των κρατών μελών, ιδιαίτερα -αλλά όχι μόνο- σε περιόδους κρίσεων. Η διασύνδεση και επέκταση των ενεργειακών δικτύων συνιστά υπό το πρίσμα αυτό μια «υλικοτεχνική» έκφανση της αρχής της αλληλεγγύης .
Ως εκ τούτου, η συστηματική ένταξη του άρθρου 194 ΣΛΕΕ στις Συνθήκες και η συνδυαστική του ανάγνωση συνηγορούν υπέρ της αναγνώρισης της αλληλεγγύης, ως έναν από τους βασικούς πυλώνες της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής. Η πρόσφατη πρωτοβουλία της Επιτροπής για μια Ενεργειακή Ένωση επιβεβαιώνει την παραπάνω προσέγγιση, καθώς η αλληλεγγύη, μαζί με την ενεργειακή ασφάλεια και την εμπιστοσύνη, συγκροτούν, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής, έναν από τους βασικούς άξονες της ενωσιακής ενεργειακής στρατηγικής για τα επόμενα χρόνια . Στις συνεχείς αναφορές του ανωτέρω στρατηγικού κειμένου στη σημασία της αλληλεγγύης, η οποία τροφοδοτείται από την πραγματικότητα της ενεργειακής αλληλεξάρτησης των κρατών μελών, θα πρέπει να προσμετρηθούν και οι επανειλημμένες επικλήσεις στην ίδια αρχή στο παράγωγο δίκαιο της Ένωσης .

γ) Το παράγωγο δίκαιο και οι πρωτοβουλίες της Επιτροπής
Σε επίπεδο δευτερογενούς δικαίου, η Επιτροπή εστίασε καταρχήν τις προσπάθειές της, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, με την εισαγωγή τριών διαδοχικών πακέτων οδηγιών και κανονισμών («τρεις ενεργειακές δέσμες»). Με την τελευταία από αυτές, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) και, ευρύτερα, ενισχύθηκαν οι δομές συνεργασίας μεταξύ των εθνικών ενεργειακών αρχών . Γενικώς, η εντεινόμενη ενεργειακή αλληλεξάρτηση των κρατών μελών και η ανάγκη για αυξημένες πρόνοιες στα ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας και εφοδιασμού βρίσκουν σταδιακά τη δικαιοθετική τους αποτύπωση στα κανονιστικά εργαλεία της Ένωσης, καθώς και σε σειρά ανακοινώσεων της Επιτροπής . Ενδεικτικά, στο άρθρο 6 της οδηγίας 2009/73 για το φυσικό αέριο προβλέπονται μέτρα για την ενίσχυση της περιφερειακής αλληλεγγύης, με έμφαση στην πρόληψη και την αντιμετώπιση διαταραχών στον εφοδιασμό των κρατών μελών .
Ωστόσο, πέρα από τις αναφορές και τις προβλέψεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τη δημιουργία της ενεργειακής εσωτερικής αγοράς, τα ενωσιακά όργανα έχουν αναλάβει συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες, ειδικά για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας. Η διασφάλιση του συνεχούς και απρόσκοπτου εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, πετρέλαιο και φυσικό αέριο έχει αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστών οδηγιών και κανονισμών, λόγω και των διαφορετικών τεχνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, που επικρατούν σε κάθε επιμέρους τομέα, ενώ το 2014 η Επιτροπή δημοσίευσε ένα συνολικό σχέδιο στρατηγικής για την ενεργειακή ασφάλεια. Ειδικότερα, η οδηγία 2005/89/ΕΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση του εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια και για την επάρκεια των υποδομών, προκειμένου να λειτουργεί εύρυθμα η εσωτερική αγορά .
Σύμφωνα με τα άρθρα 4-6 της οδηγίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη λειτουργική ασφάλεια του δικτύου τους και για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της ζήτησης και της υπάρχουσας δυναμικότητας παραγωγής, καθώς και για τη θέσπιση ρυθμιστικού πλαισίου που παρέχει επενδυτικές κατευθύνσεις και διευκολύνει τη συντήρηση και ανανέωση των δικτύων. Η οδηγία θέτει ένα γενικό πλαίσιο και, επομένως, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αναλάβουν τις δέουσες ρυθμιστικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες για την υλοποίηση των παραπάνω δεσμεύσεων. Όπως επισημαίνεται, η σχετικά ευρεία διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών έχει ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση διαφορετικών λύσεων και απαντήσεων στα ζητήματα εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες δεν συνάδουν απολύτως μεταξύ τους .
Πιο λεπτομερής είναι η ενωσιακή κανονιστική απάντηση στα θέματα εφοδιασμού σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για στρατηγικούς τομείς, όπου παραδοσιακά τα κράτη μέλη εκδηλώνουν περισσότερες επιφυλάξεις και γεωπολιτικές ευαισθησίες. Όπως και στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, η συντονισμένη δράση των αρμοδίων εθνικών αρχών και η ενίσχυση των μηχανισμών έκτακτης ανάγκης και αλληλεγγύης συνιστούν τους βασικούς άξονες της ενωσιακής προσέγγισης, με διαφοροποιήσεις στις τεχνικές λύσεις που προκρίνονται: στην περίπτωση του πετρελαίου και των προϊόντων του, προωθείται η λογική της διατήρησης αποθεμάτων, η οποία, λόγω υψηλού κόστους, δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στο φυσικό αέριο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την οδηγία 2009/119, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 2006/67, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να συγκεντρώνουν και να διατηρούν ελάχιστα αποθέματα αργού πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου, ώστε να μετριάζονται οι κίνδυνοι διαταραχής του εφοδιασμού .
Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της οδηγίας, ο μηχανισμός διατήρησης αποθεμάτων εντάσσεται σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας και διαφάνειας των μηχανισμών αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών. Εδράζεται δε σε παρόμοιο μηχανισμό, τον οποίο έχει αναπτύξει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ). Μεταξύ των καινοτομιών της νέας οδηγίας συγκαταλέγονται η συγκρότηση συντονιστικής ομάδας για το πετρέλαιο και για τα προϊόντα πετρελαίου με συμβουλευτικές αρμοδιότητες, καθώς και η δέσμευση των κρατών μελών για τη θέσπιση διαδικασιών έκτακτης ανάγκης, ώστε να είναι σε θέση να διαθέτουν ταχέως τα αποθέματά τους και να περιορίζουν την κατανάλωση, σε περιπτώσεις σοβαρής διαταραχής του εφοδιασμού .
Ομοίως, με την οδηγία 2004/67/ΕΚ, η Ένωση θέσπισε για πρώτη φορά νομικό πλαίσιο για τη διασφάλιση του εφοδιασμού με φυσικό αέριο. Παρά τις όποιες ατέλειες, στα θετικά της πρώτης αυτής προσπάθειας πρέπει να συμπροσμετρηθούν η συγκρότηση της Ομάδας Συντονισμού για το φυσικό αέριο και η θέσπιση κανόνων σχετικά με την αδιάλειπτη παροχή αερίου στους προστατευόμενους πελάτες, ακόμα και σε περιπτώσεις διαταραχών, καθώς και σχετικά με την εκπόνηση σχεδίων έκτακτης ανάγκης από τα κράτη μέλη . Η ρωσο-ουκρανική κρίση, η οποία μεσολάβησε, αφύπνισε έτσι περαιτέρω τους εταίρους και κατέστησε επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της αλληλεγγύης μεταξύ τους και βελτίωσης του επιπέδου συλλογικής ετοιμότητας για την αντιμετώπιση διαταραχών στον εφοδιασμό.
Με τον κανονισμό 994/2010, ο οποίος αντικατέστησε την οδηγία 2004/67/ΕΚ, επιχειρείται η αναβάθμιση της ικανότητας της Ένωσης και των κρατών μελών να αναλάβουν προληπτική δράση και να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε έκτακτες συνθήκες . Σχετικώς, η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους, έπειτα από διαβούλευση με τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου, με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικιακών και βιομηχανικών πελατών και με την εθνική ρυθμιστική αρχή, καταρτίζει σε εθνικό επίπεδο προληπτικό σχέδιο δράσης με τα απαιτούμενα μέτρα για την εξάλειψη ή το μετριασμό των κινδύνων οι οποίοι επισημαίνονται κατόπιν σχετικής ανάλυσης, καθώς και σχέδιο έκτακτης ανάγκης που περιέχει τα ληπτέα μέτρα για την εξάλειψη ή το μετριασμό των επιπτώσεων ενδεχόμενης διαταραχής του εφοδιασμού με αέριο. Ο κανονισμός δίδει έμφαση στην αποφυγή μονομερών ενεργειών και στο συντονισμό των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων έκτακτης ανάγκης, ώστε να μην αναστέλλεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού με επιπτώσεις σε ένα μέρος της Ένωσης, όποια και αν είναι η αιτία της διαταραχής . Παράλληλα, καθορίζονται τρία επίπεδα κρίσης (επίπεδο έγκαιρης προειδοποίησης, επιφυλακής και έκτακτης ανάγκης) για την αρτιότερη και έγκαιρη προετοιμασία των αρχών . Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιτελικό ρόλο, καθώς αξιολογεί τα εθνικά σχέδια, σε συνεργασία με την Ομάδα Συντονισμού για το φυσικό αέριο .
Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας, αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε ενεργειακές κρίσεις. Για το λόγο αυτό, προτείνει μια σειρά από μέτρα για την ενεργειακή θωράκιση της Ευρώπης και για τη μείωση της εξάρτησής της από εισαγωγές, τα οποία εξειδικεύει στη στρατηγική που εκπόνησε το 2014 με αντικείμενο την ενεργειακή ασφάλεια . Η στρατηγική καθορίζει τους τομείς στους οποίους πρέπει να ληφθούν αποφάσεις και να υλοποιηθούν συγκεκριμένα μέτρα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, προς αντιμετώπιση των προβλημάτων ενεργειακής ασφάλειας. Βασίζεται σε οκτώ βασικούς πυλώνες, οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «από κοινού προωθούν τη στενότερη συνεργασία προς όφελος όλων των κρατών μελών, με σεβασμό των εθνικών ενεργειακών επιλογών, και στηρίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης» . Η ενίσχυση των μηχανισμών έκτακτης ανάγκης/αλληλεγγύης, ο μετριασμός της ζήτησης ενέργειας, η αύξηση της παραγωγής και η ανάπτυξη των ενεργειακών τεχνολογιών, καθώς και η βελτίωση του συντονισμού των εθνικών πολιτικών, αποτελούν τους κυριότερους πυλώνες, οι οποίοι αναλύονται σε μια σειρά από δράσεις και μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο.
Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι οι πρωτοβουλίες της Επιτροπής, μετά από μια μακρά αρχική φάση, όπου δόθηκε έμφαση στην οικοδόμηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, εστιάζονται -πλέον- στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, η οποία με τη σειρά της, ειρήσθω εν παρόδω, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια ως το 2030 και επέκεινα . Μολονότι δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την πρόοδο που έχει σημειωθεί, τόσο στις στοχεύσεις, όσο και στην ποιότητα των ενωσιακών νομοθετημάτων, είναι γεγονός ότι υφίστανται σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, ανοικτές προκλήσεις και πεδία για περαιτέρω δομικές παρεμβάσεις, συνέργειες και εμβάθυνση της ενεργειακής αλληλεγγύης στο εσωτερικό της Ένωσης.

III. Ανοικτές προκλήσεις για μια ενωσιακή ενεργειακή πολιτική με επίκεντρο την αλληλεγγύη
Καταρχάς, όπως ορθώς επισημαίνεται, η αλληλεγγύη έχει πολλές εκφάνσεις και δεν γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο, τόσο εντός της Ένωσης, όσο και στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους χωριστά. Πρόκειται επίσης για μια έννοια δυναμική, η οποία μεταβάλλεται με βάση τους συσχετισμούς σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Ειδικά σε ό,τι αφορά την ενεργειακή της διάσταση, η αλληλεγγύη γεννά διαφορετικές προσδοκίες και συχνά γίνεται αντικείμενο αποκλινουσών ερμηνειών από τους ενωσιακούς εταίρους, από τους οικονομικούς φορείς και από τους καταναλωτές. Ανεξαρτήτως, πάντως, εάν προσεγγίζεται στη «χαριστική» της έκφανση, δηλαδή τη χωρίς όρους και προϋποθέσεις ενεργειακή επικουρία των πιο αδυνάμων κρατών μελών και κοινωνικών ομάδων, στη χρηματοδοτική της διάσταση, η οποία συνίσταται στη συγκέντρωση και διοχέτευση κονδυλίων για την αναβάθμιση των διασυνδέσεων και υποδομών, με σκοπό την ενεργειακή θωράκιση της Ένωσης, στη χωρική της διάσταση, ως δομικό αιτούμενο των ανατολικώς κειμένων κρατών μελών λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής θέσης τους, στην εγγυητική της διάσταση, ως εμβρυουλκό δράσεων και πρωτοβουλιών για την αμοιβαία ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας συνολικά της Ένωσης και για την αντιμετώπιση των κρίσεων, με την καθιέρωση ενός πλέγματος αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των εταίρων, ή στην περιβαλλοντική της διάσταση, η ενεργειακή αλληλεγγύη περιστρέφεται άφευκτα γύρω από ορισμένες σταθερές .
Για κάποιες από αυτές, φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μια συναντίληψη και να έχουν οικοδομηθεί οι απαραίτητες στοιχειώδεις συναινέσεις, οι οποίες αποτελούν και την προϋπόθεση για την ανάληψη αντίστοιχης νομοθετικής και επιχειρησιακής δράσης, από τα ενωσιακά θεσμικά όργανα. Για άλλες, ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί, μέχρι την διαμόρφωση ενός βασικού πυρήνα ενιαίας και συλλογικής προσέγγισης σε ενωσιακό επίπεδο, είναι πιο μακρύς. Πέραν πάσης αμφιβολίας, οι ανάγκες και προκλήσεις για μια πραγματική ευρωπαϊκή πολιτική ενεργειακής αλληλεγγύης δεν εξαντλούνται στους βασικούς άξονες, τους οποίους σταχυολογούμε παρακάτω, δηλαδή τα φλέγοντα ζητήματα της ασφάλειας εφοδιασμού (α), της εξωτερικής διάστασης της κοινής ενεργειακής πολιτικής (β), των αναγκαίων επενδύσεων στις υποδομές και τα δίκτυα (γ) και της ενεργειακής πενίας (δ). Φρονούμε, ωστόσο, ότι μαζί με την περιβαλλοντική παράμετρο, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί ακροθιγώς, οι κατωτέρω θεματικές συμπυκνώνουν σε σημαντικό βαθμό τις τρέχουσες βασικές ανησυχίες, προβληματισμούς και προτεραιότητες, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την προβληματική της αλληλεγγύης στην ενεργειακή της έκφραση.

α) Το μείζον ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού
Εμμένουμε στη συγκεκριμένη θεματική, καθώς η ασφάλεια εφοδιασμού, νοούμενη ως η απρόσκοπτη τροφοδοσία των τελικών χρηστών με ενέργεια σε προσιτές τιμές, έχει αναδειχθεί, από τις τρέχουσες γεωπολιτικές συνθήκες και ανακατατάξεις, ως η πλέον κρίσιμη παράμετρος στους εθνικούς και ευρωπαϊκούς ενεργειακούς σχεδιασμούς. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο διατρέχει εγκάρσια τις βασικές συνιστώσες της ενεργειακής πολιτικής και υπαγορεύει συγκεκριμένες ενέργειες και πρωτοβουλίες: από τη διασύνδεση των δικτύων και των υποδομών στην ευρωπαϊκή επικράτεια, την πρόληψη και αντιμετώπιση των κρίσεων, τη διαφάνεια και την έγκυρη πληροφόρηση ως προς τις εισαγωγές ενέργειας, έως τη χάραξη μιας κοινής ενεργειακής εξωτερικής πολιτικής.
Διατρέξαμε παραπάνω τους μηχανισμούς αλληλεγγύης, οι οποίοι έχουν αναπτυχθεί σε ενωσιακό επίπεδο, για την παροχή αρωγής στα κράτη μέλη που υφίστανται πιέσεις ή διαταραχές ως προς τον ενεργειακό τους εφοδιασμό. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί και ο σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης θα πρέπει, βέβαια, να επικαιροποιούνται και να αναθεωρούνται τακτικά με βάση τα νέα δεδομένα και κατόπιν διεξοδικών συζητήσεων με τις εθνικές αρχές, τη βιομηχανία και τους εκπροσώπους των καταναλωτών . Ωστόσο, όπως έχει ήδη επισημανθεί, παρατηρείται μια υστέρηση σε ό,τι αφορά τις ρυθμίσεις και τους μηχανισμούς διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, σε σχέση με το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο.
Το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο του 2005 δεν απέδωσε ικανοποιητικά, κυρίως λόγω της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της αλλαγής των δεδομένων, και χρήζει αναθεώρησης, ενδεχομένως με ενίσχυση των εποπτικών μηχανισμών και των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής . Ήδη, η τελευταία έχει καταρτίσει από το Νοέμβριο του 2016 πρόταση κανονισμού, ως μέρος της λεγόμενης δέσμης μέτρων για την καθαρή ενέργεια (winter package), σε αυτή την κατεύθυνση . Επιπροσθέτως, επιβάλλεται η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών και των διαχειριστών δικτύων μεταφοράς και διανομής, μέσω του ACER και του ENTSO-E, ειδικά σε θέματα ασφάλειας και αξιοπιστίας των συστημάτων και των δικτύων . Στο πλαίσιο αυτό, θα βοηθούσε σημαντικά η εναρμόνιση -ή έστω η προσέγγιση- των κανόνων και των όρων με τους οποίους αναπτύσσονται οι μηχανισμοί δυναμικότητας, δηλαδή τα μέτρα στήριξης των επενδύσεων σε υποδομές και παραγωγικό δυναμικό, τα οποία λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη διασφάλιση του εφοδιασμού τους σε μεσο- μακροπρόθεσμη βάση . Η ενισχυμένη συνεργασία στο συγκεκριμένο πεδίο, καθώς και ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών για τη βελτίωση των διασυνοριακών διασυνδέσεων με τρίτες χώρες, αναμφίβολα θα αναβάθμιζαν την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Ένωσης για την αντιμετώπιση κρίσεων και συνεπώς την πρακτική επίδειξη ενεργειακής αλληλεγγύης στους εκάστοτε δοκιμαζόμενους εταίρους.
Αναφορικά με το φυσικό αέριο, πάντοτε στην κατεύθυνση της διασφάλισης του ενεργειακού εφοδιασμού, προτείνεται η διερεύνηση της σκοπιμότητας σύστασης ενός ευρωπαϊκού φορέα κεντρικής προμήθειας φυσικού αέριου . Ο φορέας αυτός θα μπορούσε, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αυστηρά καθορισμένες προϋποθέσεις, να ενεργοποιείται, με σκοπό την ομαδοποίηση της ζήτησης και συνακόλουθα την ενδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος των κρατών μελών έναντι των προμηθευτών τους από τρίτες χώρες. Η Επιτροπή δεν είναι αρνητική στην προοπτική αυτή, καθώς η ομαδοποίηση της ζήτησης θα επέτρεπε την επίτευξη πιο ευνοϊκών τιμών και εν γένει την πιο αποτελεσματική συλλογική αντιμετώπιση των ζητημάτων ενεργειακού εφοδιασμού . Να σημειωθεί ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα πρέπει να σχεδιαστεί πολύ προσεκτικά, προκειμένου να μην ανακύψουν προβλήματα συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο, ειδικά με τους κανόνες περί ανταγωνισμού.
Το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ απαγορεύει τις αθέμιτες συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης από την παραπάνω απαγόρευση ορισμένων συμφωνιών ή πρακτικών, με την προϋπόθεση, αφενός ότι δεν καταργούν ή δεν περιορίζουν υπέρμετρα τον ανταγωνισμό και αφετέρου ότι εξασφαλίζουν στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το παραγόμενο όφελος. Παράλληλα, το άρθρο 103 ΣΛΕΕ δίνει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, να καθορίζει με οδηγίες και κανονισμούς τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή έχει κάνει χρήση της συγκεκριμένης δυνατότητας, με την έκδοση, για συγκεκριμένους τομείς δραστηριοτήτων, των λεγόμενων κανονισμών απαλλαγής.
Θα μπορούσε να εξεταστεί μια ανάλογη λύση για την κεντροποιημένη προμήθεια φυσικού αερίου σε εξαιρετικές περιστάσεις, με τη θέσπιση αντίστοιχου κανονισμού ή οδηγίας η οποία να απαλλάσσει τη σχετική συμφωνία από την απαγόρευση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Επειδή ενδέχεται να προβληθούν έντονες αντιρρήσεις σε μια τέτοια δομική λύση, εναλλακτικά η Επιτροπή θα μπορούσε να αξιολογήσει in casu μια πιθανή συμφωνία κεντρικής προμήθειας αερίου, επί τη βάσει του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ και, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, να αποφασίσει την εξαίρεσή της από τον απαγορευτικό κανόνα της πρώτης παραγράφου.
Με αφορμή τις τελευταίες επισημάνσεις, θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού και εν γένει των κανόνων της εσωτερικής αγοράς, στους οποίους εδράζονται και οι νομοθετικές δέσμες της Επιτροπής για το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας, θέτουν προσκόμματα στη συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων εφοδιασμού και, κατ’ επέκταση, στην ενίσχυση της ενεργειακής αλληλεγγύης σε ενωσιακό επίπεδο. Στην παραπάνω θέση, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου θα έχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα: θα λειτουργήσει ως βασικό εργαλείο προώθησης της αλληλεγγύης στο εσωτερικό της Ένωσης, στο βαθμό που θα ενοποιήσει τις εθνικές αγορές και θα καταστήσει δυνατή την απρόσκοπτη ροή ενέργειας σε διασυνοριακό επίπεδο .
Παράλληλα, η υποχρέωση τήρησης της ενωσιακής νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά διαμορφώνει ένα πλαίσιο εντός του οποίου αναγκαστικά κινούνται οι κυβερνητικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν την εξέλιξη της αγοράς, όπως οι εθνικές αποφάσεις για τις ΑΠΕ, για τη στήριξη των επενδύσεων σε παραγωγικό δυναμικό και σε υποδομές δικτύων. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει, αφενός να διαβουλεύονται με την Επιτροπή, η οποία έχει την αρμοδιότητα εφαρμογής της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά, αφετέρου να διαλέγονται μεταξύ τους, προτού λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον του ενεργειακού τους εφοδιασμού. Και τούτο διότι, οι επιλογές που προκρίνει ένα κράτος μέλος στα υπό συζήτηση θέματα δεν θα πρέπει να υπονομεύουν την ασφάλεια εφοδιασμού άλλου κράτους μέλους ή της Ένωσης συνολικά. Η διαδικασία διαβούλευσης και συνεννόησης που δρομολογείται με τον τρόπο αυτό ευνοεί τη σταδιακή συγκρότηση μιας πραγματικά ευρωπαϊκής στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας, με έμφαση στην αλληλεγγύη .

β) Η ανάγκη για μια συγκροτημένη εξωτερική διάσταση της κοινής ενεργειακής πολιτικής
Έχουμε ήδη επισημάνει την απουσία αναφοράς στην εξωτερική διάσταση της ενεργειακής πολιτικής, σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου. Τόσο το άρθρο 194 ΣΛΕΕ, όσο και τα άρθρα που σχετίζονται με την ΚΕΠΠΑ και με την εξωτερική δράση της Ένωσης, δεν προβλέπουν κάποια σχετική νομική βάση. Από την άλλη πλευρά, η συνδυαστική ανάγνωση του άρθρου 194 ΣΛΕΕ με το άρθρο 122 ΣΛΕΕ και με τις υπόλοιπες διατάξεις που παραθέτουμε παραπάνω, καθώς και με τη νομολογία AETR, συνηγορούν υπέρ μιας πιο θετικής προσέγγισης, σε ό,τι αφορά τα περιθώρια παρέμβασης της Επιτροπής .
Σε κάθε περίπτωση, η ανάληψη δράσης για τη συντονισμένη αντιμετώπιση των ενεργειακών ζητημάτων στο εξωτερικό πεδίο, κρίνεται απαραίτητη για λόγους αποτελεσματικότητας και συνεκτικότητας της ενωσιακής πολιτικής. Καταρχάς, προκειμένου να μην υπονομεύεται η συνοχή και αξιοπιστία της ενωσιακής έννομης τάξης, είναι αναγκαίος ο σεβασμός του ενωσιακού κεκτημένου, κατά τη διαπραγμάτευση και κατάρτιση συμφωνιών ενεργειακού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες. Οι διακυβερνητικές αυτές συμφωνίες θα πρέπει να είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο. Για το σκοπό αυτό, ενσωματώθηκαν στον κανονισμό 994/2010 για την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο ειδικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις υπό σύναψη διακυβερνητικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, εφόσον έχουν επιπτώσεις στην ανάπτυξη των υποδομών και των προμηθειών αερίου .
Η Επιτροπή από την πλευρά της, έχει ήδη παρέμβει από το 2010-2011, σε δύο περιπτώσεις συμφωνιών με τη Ρωσία για ενεργειακές υποδομές, με αντισυμβαλλόμενους την Πολωνία (αγωγός Yamal) και τη Λιθουανία (δίκτυο φυσικού αερίου) αντίστοιχα . Κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης των επίμαχων συμβάσεων, η Επιτροπή κατέληξε ότι ορισμένοι όροι προσέκρουαν στο ενωσιακό κεκτημένο, προκαλώντας τη σφοδρή αντίδραση της Ρωσίας, η οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα της ενωσιακής νομοθεσίας και απείλησε με προσφυγή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Τελικώς, η Ρωσία υπαναχώρησε και η Επιτροπή πρότεινε να παρεμβαίνει ήδη από την αρχική φάση των διαπραγματεύσεων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία τετελεσμένων.
Ομοίως, οι συμφωνίες των κρατών μελών με τρίτες χώρες, με αντικείμενο κυρίως την προμήθεια ενέργειας, θα πρέπει να διέπονται από την αρχή της διαφάνειας και να συμμορφώνονται πλήρως με την ενωσιακή νομοθεσία. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται η απόφαση 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία θεσπίζει μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών για τις διακυβερνητικές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας . Η απόφαση δίδει τη δυνατότητα υιοθέτησης τυποποιημένων συμβατικών ρητρών, οι οποίες θα συμπεριλαμβάνονται στις εν λόγω συμφωνίες, και προβλέπει τη συνδρομή της Επιτροπής, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να επανεξετάσει την απόφαση και να προτείνει εναλλακτικές δυνατότητες εμπλοκής της στην όλη διαδικασία, καθώς επί του παρόντος οι έλεγχοι συμμόρφωσης των διακυβερνητικών συμφωνιών διενεργούνται, συνήθως, μετά τη σύναψή τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η επαναδιαπραγμάτευσή τους, με δεδομένο ότι οι θέσεις των αντισυμβαλλομένων έχουν παγιωθεί και οι αντίστοιχες πολιτικές πιέσεις για να μην τροποποιηθούν ουσιώδεις όροι των συμφωνιών είναι πολύ ισχυρές. Στο ίδιο πνεύμα, της πιο ευχερούς ex ante παρέμβασης, θα κινείται και η πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού για την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο, την οποία έχει δεσμευτεί να καταθέσει η Επιτροπή .
Περαιτέρω, όπως αναγνωρίζεται και στα επίσημα ενωσιακά κείμενα, η ενεργειακή πολιτική χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, ιδίως από τις μεγάλες χώρες παραγωγής και διαμετακόμισης ενέργειας. Η Ένωση θα πρέπει να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη πραγματικότητα κατά τη συζήτηση των θεμάτων που άπτονται της ευρωπαϊκής εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής και ακολούθως να βελτιώσει την ικανότητά της να προβάλει την βαρύνουσα επιρροή της στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Η στρατηγική προσέγγιση των μεγάλων ενεργειακών συμφωνιών, με την ενιαία εκπροσώπηση των κρατών μελών και τη διαπραγμάτευση των βασικών όρων από την Ένωση, και όχι από κάθε εταίρο ξεχωριστά, εντάσσεται στην λογική αυτή. Η προώθηση των συμφωνιών-πλαίσιο με τρίτες χώρες, οι οποίες είναι πρωταγωνιστές στο ενεργειακό γίγνεσθαι, επίσης ενισχύει το ειδικό βάρος της Ένωσης. Σχετικώς, η Επιτροπή έλαβε για πρώτη φορά το 2011 εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο για να διαπραγματευθεί ενεργειακή συμφωνία για λογαριασμό της Ένωσης, εν προκειμένω με το Αζερμπαϊτζάν και με το Τουρκμενιστάν, σχετικά με τους αγωγούς αερίου της Κασπίας . Η πρακτική αυτή θα πρέπει να έχει συνέχεια και προοδευτικά να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμφωνιών, στις οποίες εντοπίζεται «ενωσιακή προστιθέμενη αξία».
Συναφώς, η άρθρωση ενιαίας φωνής στα σημαντικά διεθνή ενεργειακά φόρα, όπως στη Διεθνή Οργάνωση Ενέργειας (ΔΟΕ/IEA), στο Διεθνές Φόρουμ Ενέργειας (ΔΦΕ/ IEF), στη Διεθνή Εταιρική Σχέση για τη Συνεργασία σχετικά με την Ενεργειακή Απόδοση (IPEEC) και στο Διεθνή Οργανισμό για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (IRENA), υπηρετεί την ενωσιακή αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και Ένωσης, εδραιώνει τη θέση της Ευρώπης στο διεθνή διάλογο και ενισχύει το αίσθημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης των εταίρων.
Η ένθεση των ενεργειακών ζητημάτων, και ιδίως του ενεργειακού εφοδιασμού, στις υπόλοιπες πολιτικές της Ένωσης με εξωτερική διάσταση, όπως για παράδειγμα η πολιτική γειτονίας (ή οι πολιτικές διεύρυνσης και αναπτυξιακής βοήθειας), επίσης συνάδει με την πολυδιάστατη προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής/ατζέντας. Η εμπορική πολιτική της Ένωσης μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας και στη διαφοροποίηση των πηγών, με τη συμπερίληψη διατάξεων για την ενέργεια στις εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες. Όταν, δηλαδή, η Ένωση διαπραγματεύεται ευρύτερες εμπορικές συμφωνίες με χώρες που είναι σημαντικές από την άποψη της ασφάλειας του εφοδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώκει κατά προτεραιότητα την εισαγωγή στις αντίστοιχες συμφωνίες ειδικών διατάξεων, οι οποίες θα ευθυγραμμίζονται με τους στόχους που έχουν τεθεί για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) καλείται να αναλάβει κομβικό ρόλο για την ενσωμάτωση των ενεργειακών ζητημάτων στην εξωτερική πολιτική της Ένωσης και για τον συντονισμό με τα Υπουργεία Εξωτερικών των κρατών μελών.
Ειδικά σε ό,τι αφορά τους εγγύτερους γείτονες, στην περιφέρεια της Ένωσης, ο στόχος θα πρέπει να είναι η προοδευτική ενσωμάτωσή τους στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Πρωτοβουλίες, όπως η σύσταση της Ενεργειακής Κοινότητας, συντείνουν στην επέκταση του ενωσιακού ενεργειακού κεκτημένου και στην πιο συλλογική αντιμετώπιση των ζητημάτων εφοδιασμού. Όπως σημειώνεται στην ιδρυτική της πράξη, απώτερος σκοπός της Ενεργειακής Κοινότητας είναι η στενότερη ενοποίηση των ενεργειακών αγορών της Ένωσης και των μελών της Κοινότητας, με την κατάργηση των τελωνειακών δασμών και των ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές και εξαγωγές δικτυακής ενέργειας, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού κεκτημένου στους τομείς της ενέργειας, του περιβάλλοντος και του ανταγωνισμού, την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στη σχετική αγορά και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις .
Παράλληλα, υπό το φως των πιο πρόσφατων εξελίξεων, ενδείκνυται η ενίσχυση της συνεργασίας και του πνεύματος αλληλεγγύης με τις γειτονικές χώρες, μεταξύ άλλων, μέσω της θέσπισης μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης (early warning mechanisms) σε περιπτώσεις κρίσεων και απότομων διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό. Σε ένα πιο δομικό και ουσιαστικό επίπεδο, η έγκαιρη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών τελεί σε αναλογία με τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και οδεύσεων. Η επέκταση και διαφοροποίηση των διασυνδέσεων μεταξύ του ευρωπαϊκού δικτύου και του δικτύου των όμορων χωρών καθίσταται μονόδρομος, ειδικά εν όψει της φθίνουσας πορείας της παραγωγής φυσικού αερίου στην Ευρώπη και των πρόσφατων κρίσεων στις σχέσεις Ρωσίας-Ουκρανίας.
Η Επιτροπή έχει καταρτίσει ένα προσχέδιο σχετικά με τις προτεραιότητες για τις ενεργειακές υποδομές έως το 2020 και μετέπειτα, ενώ έχει τονίσει την αναγκαιότητα διάνοιξης του Νοτίου Διαδρόμου για το φυσικό αέριο, καθώς και την αυξανόμενη σημασία της Μεσογείου για τον εφοδιασμό της Ένωσης σε ορυκτά καύσιμα και την πρόσβαση σε ΑΠΕ . Η ανάπτυξη των βασικών διασυνδέσεων με τρίτες χώρες και η διαφοροποίηση των οδεύσεων δεν μπορούν βεβαίως να πραγματοποιηθούν χωρίς σοβαρές επενδύσεις, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια.

γ) Οι απαραίτητες επενδύσεις στις υποδομές και στα δίκτυα
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που έχουν ανακύψει στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά συνίσταται στις καθυστερήσεις και δυστοκίες που παρατηρούνται στην υλοποίηση των διευρωπαϊκών διασυνδέσεων, στα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Είναι κοινός τόπος ότι οι υπάρχουσες διασυνοριακές διασυνδέσεις δεν επαρκούν για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, για τη σύνδεση των υφιστάμενων ενεργειακών νησίδων στο κύριο δίκτυο και για τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης. Τα γεγονότα στα ανατολικά σύνορα της Ένωσης επέτειναν τον προβληματισμό και επίσπευσαν το σχεδιασμό για τις εσωτερικές και εξωτερικές ενεργειακές συνδέσεις. Το 2013, η Ένωση κατάρτισε κατάλογο με 248 έργα κοινού ενδιαφέροντος (PCIs) στον τομέα των ενεργειακών υποδομών, ο οποίος θα επικαιροποιείται ανά διετία . Ακολούθως, το 2014, στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την ενεργειακή ασφάλεια, προσδιορίστηκαν 33 έργα υποδομών ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού και για την καλύτερη διασύνδεση των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών. Όσον αφορά ειδικά την ηλεκτρική ενέργεια, έχει τεθεί ειδικός ελάχιστος στόχος διασύνδεσης του 10*100 των εγκατεστημένων υποδομών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των κρατών μελών, έως το 2020, και 15*100 έως το 2030 .
Έχει υπολογιστεί ότι, έως το 2020, θα χρειαστούν πάνω από 1.000 δις ευρώ για όλα τα είδη ενεργειακών υποδομών στην Ευρώπη, ενώ γύρω στα 200 δις θα απαιτηθούν για την κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου και δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. Το μεγαλύτερο μέρος των απαιτούμενων κεφαλαίων για τις αναγκαίες αυτές υποδομές θα προέλθει από τα τέλη χρήσης που καταβάλλουν οι καταναλωτές. Ένα μικρό ποσοστό θα καλυφθεί από επιχορηγήσεις, καθώς συχνά δεν πρόκειται για εμπορικά βιώσιμα έργα. Για τα υπόλοιπα, θα απαιτηθούν άλλες μέθοδοι χρηματοδότησης, κυρίως μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με τη μόχλευση κεφαλαίων και την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.
Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, η Ένωση, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, προσπάθησε να συντονίσει στοιχειωδώς τις επενδυτικές κινήσεις των κρατών μελών σε ενεργειακές υποδομές, σε πρώτη φάση με την καθιέρωση της υποχρέωσης ανακοίνωσης στην Επιτροπή των δεδομένων και των πληροφοριών σχετικά με επενδυτικά σχέδια σε υποδομές στους κλάδους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των ΑΠΕ και των βιοκαυσίμων . Συγχρόνως, με σειρά αποφάσεων, καθόρισε τους στόχους και τις προτεραιότητες με βάση τις οποίες θα χορηγείται ενωσιακή συνδρομή για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας και εν γένει για τις ενεργειακές υποδομές με διασυνοριακό ενδιαφέρον .
Ένας πρώτος κανονισμός (2236/95) θέσπισε γενικούς κανόνες για τη χορήγηση κοινοτικών ενισχύσεων στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων (υποδομές σχετικές με τη μεταφορά και την ενέργεια) με την καθιέρωση συγκεκριμένων συντελεστών συγχρηματοδότησης, οι οποίοι αναθεωρήθηκαν με τον κανονισμό 680/2007 . Σύμφωνα με τον κανονισμό 680/2007, ο οποίος καθορίζει τους όρους, τους τρόπους και τις διαδικασίες χορήγησης της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής για έργα κοινού ενδιαφέροντος στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων, έργα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος είναι ιδίως αυτά που συμβάλλουν: α) στην ανάπτυξη του δικτύου για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής με τη μείωση της απομόνωσης των λιγότερο ευνοημένων και νησιωτικών περιοχών της Κοινότητας, β) στη βελτιστοποίηση των δυνατοτήτων του δικτύου, ιδίως στα διασυνοριακά του τμήματα, και στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, γ) στη διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού και ιδίως στις διασυνδέσεις με τρίτες χώρες, δ) στη σύνδεση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ε) στην ασφάλεια, στην αξιοπιστία και στη δια-λειτουργικότητα των διασυνδεδεμένων δικτύων. Συνεπώς, η προώθηση της αλληλεγγύης, με τη μορφή της άρσης του αποκλεισμού των ενεργειακά απομονωμένων ευρωπαϊκών περιοχών, και ο ενεργειακός εφοδιασμός, είναι βασικά κριτήρια υπαγωγής μιας υποδομής στην κατηγορία των έργων κοινού ενδιαφέροντος και, ακολούθως, συγχρηματοδότησής της.
Ακολούθως, το 2011, στο πλαίσιο της στρατηγικής 2020 και του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, η Επιτροπή παρουσίασε το πακέτο «Συνδέοντας την Ευρώπη», μια δέσμη προτάσεων και σχέδιο χρηματοδότησης ύψους 50 δις ευρώ για επενδύσεις, με σκοπό τη βελτίωση των ευρωπαϊκών δικτύων στους τομείς των μεταφορών, της ενέργειας και της ψηφιακής τεχνολογίας. Όπως σημειώνει η Επιτροπή: «Η διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) θα χρηματοδοτήσει έργα που συμπληρώνουν τους ελλείποντες κρίκους στη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και της ψηφιακής τεχνολογίας [...] Εξάλλου, η χρηματοδότηση των ενεργειακών δικτύων θα ενισχύσει την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, θα μειώσει την ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ και θα ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού» . Στόχος των επενδύσεων σε διευρωπαϊκά έργα υποδομής στον ενεργειακό τομέα, ύψους 5 δις ευρώ για την περίοδο 2014-2020, είναι η κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών, η εξάλειψη των σημείων συμφόρησης και η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, μέσω της βελτίωσης των διασυνδέσεων. Η χρηματοδότηση από τη ΔΣΕ φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την προσέλκυση πρόσθετης χρηματοδότησης από άλλους επενδυτές του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Στην ίδια δέσμη των προτάσεων που εγκρίθηκαν μαζί με το πακέτο ΔΣΕ συμπεριλαμβανόταν και πρόταση κανονισμού για τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις διευρωπαϊκές υποδομές στον τομέα της ενέργειας. Το 2013, η πρόταση υιοθετήθηκε με την έκδοση του κανονισμού 347/2013. Ο εν λόγω κανονισμός προσδιορίζει τα έργα κοινού ενδιαφέροντος, τα οποία είναι απαραίτητα για την υλοποίηση των διαδρόμων και ζωνών προτεραιότητας των διευρωπαϊκών ενεργειακών υποδομών, διευκολύνει την έγκαιρη υλοποίησή τους με την απλοποίηση και επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης, προβλέπει κανόνες για το διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους τους και καθορίζει τα κριτήρια επιλεξιμότητας των έργων κοινού ενδιαφέροντος, για χρηματοδότηση από την Ένωση . Ένας πρώτος κατάλογος με έργα κοινού ενδιαφέροντος καταρτίστηκε από την Επιτροπή το 2013 και ενημερώθηκε το 2015. Συνολικά, 195 έργα έχουν επί του παρόντος το status των έργων κοινού ενδιαφέροντος, με γνώμονα τη συμβολή τους στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και οδεύσεων και στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης ορισμένων κρατών μελών, ενώ έχει ληφθεί υπόψη και η ενίσχυση του μεριδίου των ΑΠΕ.
Τα έργα αυτά έχουν προνομιακή πρόσβαση σε χρηματοδοτική στήριξη, στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη», με τη μορφή επιχορηγήσεων και άλλων χρηματοδοτικών μέσων. Πέρα, ωστόσο από τη ΔΣΕ, τόσο η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, όσο και τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, παρέχουν δυνατότητες για χρηματοδοτική αρωγή στην ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών . Πρόσθετη στήριξη και διευκόλυνση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για έργα ευρωπαϊκής σημασίας αναμένεται να προσφέρει και το νεοϊδρυθέν Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ).
Η σύσταση του Ταμείου έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι, βραχυπρόθεσμα, το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων που παρατηρείται στην Ευρώπη την τελευταία πενταετία επιβραδύνει την οικονομική ανάκαμψη, ενώ μακροπρόθεσμα πλήττει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, καθώς και τα επίπεδα απασχόλησης. Το Ταμείο, το οποίο συνιστά τον πυρήνα του Επενδυτικού Σχεδίου για την Ευρώπη, λειτουργεί εντός της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και στοχεύει στην κινητοποίηση πρόσθετων επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, σε τομείς όπως οι υποδομές, η εκπαίδευση, η έρευνα, η καινοτομία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ενεργειακή απόδοση, ενώ δίδει ιδιαίτερη έμφαση στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις . Στο ενεργειακό πεδίο, θα συμπληρώνει τη ΔΣΕ στη χρηματοδότηση εμπορικά βιώσιμων έργων ενεργειακής υποδομής στην Ευρώπη. Το ΕΤΣΕ θα παρεμβαίνει όταν δεν είναι δυνατή η χρηματοδότηση έργων με λογικούς όρους από άλλες πηγές, αποδεχόμενο υψηλότερο επενδυτικό κίνδυνο.
Περαιτέρω ενίσχυση, τόσο για την ανάπτυξη των ενεργειακών υποδομών, όσο και εν γένει για την προώθηση της κοινής ενεργειακής πολιτικής και για την εφαρμογή της Ενεργειακής Ένωσης, παρέχουν τα Ευρωπαϊκά Επενδυτικά και Διαρθρωτικά Ταμεία. Με διαθέσιμη χρηματοδότηση περίπου 38 δις ευρώ το διάστημα 2014-2020, η πολιτική συνοχής υποστηρίζει μέσω των Ταμείων τα κράτη μέλη, καθώς και την τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση, ώστε να προχωρήσουν στις αναγκαίες επενδύσεις στις υποδομές, στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των έξυπνων δικτύων και των βιώσιμων αστικών μεταφορών.
Η δυνατότητα προσφυγής, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στις παραπάνω πηγές χρηματοδότησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι υφίσταται σημαντικό χρηματοδοτικό κενό για τα έργα υποδομής και για τη διασύνδεση των δικτύων, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με άντληση κεφαλαίων από την αγορά. Μένει να αποδειχθεί κατά πόσο ο συνδυασμός του προγράμματος ΔΣΕ, του ΕΤΣΕ, των κονδυλίων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και των μοχλεύσεων που αυτά θα επιφέρουν, θα μπορέσει να καλύψει τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες . Όπως αναφέρει και η Επιτροπή, πρωταρχικός στόχος της ενωσιακής πολιτικής είναι στην παρούσα φάση η διασφάλιση της υλοποίησης των έργων κοινού ενδιαφέροντος, εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων . Τα έργα κοινού ενδιαφέροντος εντάσσονται, εξάλλου, στα δεκαετή σχέδια ανάπτυξης δικτύου των Ευρωπαϊκών Δικτύων Διαχειριστών Συστημάτων Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E) και Αερίου (ENTSO-G), τα οποία και έχουν επιφορτιστεί με τον εντοπισμό τυχόν επενδυτικών ελλείψεων . Η άρση, επομένως, των φραγμών στη διασυνοριακή ροή ενέργειας και αερίου, με την εξασφάλιση των αναγκαίων επενδύσεων και την πραγματοποίηση των βασικών διασυνδέσεων παραμένει κεντρική στόχευση και, συγχρόνως, βασικό ζητούμενο της ενωσιακής στρατηγικής στον ενεργειακό τομέα .

δ) Η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας
Η ενεργειακή πενία θα μπορούσε να οριστεί ως η αδυναμία πρόσβασης ή η περιορισμένη πρόσβαση στις σύγχρονες ενεργειακές υπηρεσίες (θέρμανση, φωτισμός, χρήση οικιακών συσκευών) . Πρακτικά, ομάδες καταναλωτών αδυνατούν να καλύψουν δαπάνες για τις εύλογες ανάγκες ενεργειακού τους εφοδιασμού, λόγω του χαμηλού εισοδήματός τους, σε συνδυασμό ενδεχομένως με την επαγγελματική και οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς και ειδικών καταστάσεων υγείας. Η ενεργειακή φτώχεια, η οποία σχετίζεται με ένα ευρύ φάσμα ψυχικών και φυσικών ασθενειών, επιτείνεται από τη σύγκλιση μιας σειράς παραγόντων, όπως οι υψηλές τιμές καυσίμων και η αναποτελεσματική ενεργειακή απόδοση. Σύμφωνα με κατά προσέγγιση υπολογισμούς, μεταξύ 50 και 125 εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη και περίπου 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο διαβιούν χωρίς σταθερή πρόσβαση σε ενεργειακές πηγές ή/και αναγκάζονται να ξοδεύουν δυσανάλογο μέρος των εισοδημάτων τους για την ικανοποίηση των ενεργειακών τους αναγκών . Οι αριθμοί αυτοί είναι εξαιρετικά πιθανό να αυξηθούν στο εγγύς μέλλον, καθώς οξύνονται οι οικονομικές ανισότητες και διευρύνονται τα ποσοστά των ανθρώπων που διαβιούν κάτω από τα όρια της φτώχειας.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και όξυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων, το πρόβλημα της ενεργειακής πενίας, το οποίο υπερβαίνει το στενό ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα βαίνει διογκούμενο. Η βασική θέση της Επιτροπής είναι ότι το σύνθετο αυτό ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με συνδυασμό μέτρων, τα οποία πρέπει να ληφθούν σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να αντισταθμιστεί η σταδιακή κατάργηση των ρυθμιζόμενων τιμολογίων, τα κράτη μέλη πρέπει να προτείνουν μηχανισμούς για την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών, κατά προτίμηση μέσω του γενικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας. Με άλλα λόγια, συστήνεται η αντιμετώπιση του προβλήματος εκτός της αγοράς ενέργειας. Εάν, ωστόσο, τα κράτη μέλη αποφασίσουν να παράσχουν υποστήριξη σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες μέσω της αγοράς ενέργειας, ενδείκνυται, σύμφωνα με την Επιτροπή, η δημιουργία ειδικών μηχανισμών, όπως η καθιέρωση τιμολογίων αλληλεγγύης ή η χορήγηση εκπτώσεων. Σύμφωνα με τις παραινέσεις της Επιτροπής, το σύστημα θα πρέπει να είναι καλά στοχευμένο, ώστε να διατηρεί το κόστος στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο .
Μολονότι η αρχή της επικουρικότητας υπαγορεύει την προσέγγιση και διευθέτηση του ζητήματος σε εθνικό-τοπικό επίπεδο, εγγύτερα δηλαδή στον Ευρωπαίο πολίτη, η Ένωση πρέπει να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο και να συντονίσει τις σχετικές προσπάθειες. Καταρχάς, με την ορθή, στο μέτρου του δυνατού, διαστασιοποίησή του, την καταγραφή δηλαδή και κατανόηση της κλίμακας του προβλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συμπληρωματικά, θα ήταν χρήσιμη η εξαγωγή και υιοθέτηση ορισμένων κοινών δεικτών για την ταυτόσημη κατανόηση και τον ομοιόμορφο ορισμό της ενεργειακής ένδειας, με παράλληλη αποτύπωση των μηχανισμών που έχουν διαμορφωθεί σε εθνικό-τοπικό επίπεδο για την αντιμετώπισή του. Ακολούθως, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η Επιτροπή θα μπορούσε, αφενός να εντοπίσει τις βέλτιστες πρακτικές και να φροντίσει για τη διάχυσή τους, αφετέρου να θέσει συγκεκριμένους ποσοτικοποιημένους-μετρήσιμους στόχους, οι οποίοι θα ληφθούν υπόψη από τα κράτη μέλη για την εκπόνηση σχεδίων δράσης και την υιοθέτηση μέτρων για την ανακούφιση των ευπαθών ομάδων . Ιδανικά, η κατάρτιση μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την καταπολέμηση της ενεργειακής ένδειας, η οποία θα συνεκτιμά τις διαφορετικές οικονομικές, κλιματολογικές, οικιστικές, και πληθυσμιακές συνθήκες στα κράτη μέλη και η υποστήριξή της με κατάλληλα χρηματοδοτικά μέσα από τα διαρθρωτικά ταμεία, θα έδινε σημαντική ώθηση, στην ανάδειξη και, ακολούθως, στην αντιμετώπιση του προβλήματος .

Συμπερασματικές παρατηρήσεις


Συνοψίζοντας, οι ανακατατάξεις που επισυμβαίνουν παγκοσμίως σε ενεργειακό και ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο επιβάλλουν τη συσπείρωση του ευρωπαϊκού παράγοντα. H αλληλεγγύη, ως αρχή και αξία σύμφυτη με το ενωσιακό εγχείρημα, πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα της κοινής θεώρησης και αντιμετώπισης των ενεργειακών τεκταινομένων από τους ευρωπαίους εταίρους. Η Συνθήκη της Λισαβόνας και η εισαγωγή ξεχωριστής νομικής βάσης για την ενέργεια, σε συνδυασμό με τις ρητές αναφορές στην ενεργειακή αλληλεγγύη στο κείμενο της Συνθήκης, η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην οικοδόμηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, από την πρώτη νομοθετική δέσμη στα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις πιο πρόσφατες νομοθετικές και θεσμικές παρεμβάσεις (ενδυνάμωση εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ίδρυση ΟΣΡΑΕ), η πρωτοβουλία για την Ενεργειακή Ένωση, η οποία αποτελεί μια από τις βασικές πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής για τα επόμενα χρόνια, συνιστούν εξελίξεις που επιτρέπουν μια πιο αισιόδοξη ενατένιση της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής.
Μολονότι δεν πρέπει να παροράται η πρόοδος που έχει σημειωθεί, σε ό,τι αφορά τη συνένωση και το συντονισμό των προσπαθειών για την οικοδόμηση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στον ενεργειακό τομέα, με έντονο το στοιχείο της αλληλεγγύης, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται εφησυχασμός. Η ειλημμένη στρατηγική απόφαση σε ενωσιακό επίπεδο για τη σταδιακή μετάβαση σε μια ευρωπαϊκή οικονομία χαμηλών ρύπων, με έμφαση στις ΑΠΕ και στην ενεργειακή αποδοτικότητα, και οι διεθνείς περιβαλλοντικής και κλιματικής φύσεως δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ένωση, μεταβάλλουν τα δεδομένα και επιφέρουν αναπροσαρμογές σε όλες τις πτυχές της ενωσιακής ενεργειακής πολιτικής. Οι επισυμβείσες και οι κυοφορούμενες αλλαγές στις σταθερές της ευρωπαϊκής πολιτικής στο ευαίσθητο πεδίο της ενέργειας μπορούν και πρέπει να έχουν ως κοινό παρανομαστή την αρχή της αλληλεγγύης. Για παράδειγμα, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσχώρηση της Ένωσης σε μια πιο οικολογική-πράσινη ενεργειακή λογική μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν υπό το πρίσμα της αλληλεγγύης μεταξύ γενεών, αφού απώτερη στόχευση των μέτρων που λαμβάνονται είναι η διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών και δικαιωμάτων των επόμενων γενεών.
Ομοίως, η ενωσιακή απάντηση στο μείζον ζήτημα της διασφάλισης του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, όπου παρατηρούνται ακόμη σοβαρές ελλείψεις και ολιγωρίες, θα πρέπει να αρθρωθεί με άξονα την αρχή της αλληλεγγύης και με αιχμή στοχευμένες διαρθωτικές παρεμβάσεις στην ενεργειακή αγορά και στα δίκτυα. Τα κενά στις διασυνοριακές διασυνδέσεις πρέπει να καλυφθούν το ταχύτερο δυνατό με κινητοποίηση πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία, αλλά και με προσέλκυση και συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Η προτεραιοποίηση των αναγκαίων έργων υποδομής και η θεσμοθέτηση των έργων κοινού ενδιαφέροντος, με προνομιακή πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και απλοποιημένο αδειοδοτικό καθεστώς, μέσω του Κανονισμού 347/2013, προσφέρουν διεξόδους για την ταχύτερη υλοποίηση των διευρωπαϊκών διαδρόμων, πλην όμως δεν έχουν ολοκληρωτικά εκλείψει οι δυστοκίες στη διασυνοριακή κατασκευή και χρηματοδότηση έργων υποδομής, κυρίως σε ό,τι αφορά την κατανομή κόστους/οφέλους μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών μελών. Σημαντικά κενά διαπιστώνονται επίσης στους μηχανισμούς διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική η αναθεώρηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, και, κυρίως, η επίδειξη ισχυρότερου πνεύματος συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των εταίρων για τη συνεκτική και αποτελεσματική εφαρμογή του. Θα ήταν λυσιτελής η δρομολόγηση ενός πιο δεσμευτικού κανονιστικού πλαισίου, με την υιοθέτηση ενός κανονισμού, στα πρότυπα της αντίστοιχης νομοθεσίας για το φυσικό αέριο, με τις κατάλληλες προσαρμογές.
Παράλληλα, πολύπλευρα επωφελής θα ήταν η πιο ενεργητική προαγωγή του κοινού, ενωσιακού συμφέροντος από τα κράτη μέλη, στις διμερείς και στις πολυμερείς ενεργειακές συμφωνίες και συμβάσεις που συνάπτουν με τρίτες χώρες. Η πλέον ενδεδειγμένη και συμβατή με το ενωσιακό συμφέρον ακολουθία, θα ήταν η σύναψη συμφωνιών-πλαίσιο από την Ένωση σε μια πρώτη φάση, και ακολούθως η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και η υπογραφή των πιο λεπτομερών επιμέρους συμβάσεων από τα ίδια τα κράτη μέλη ή τις επιχειρήσεις. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται σχετική ομοιομορφία, δρομολογείται ο στοιχειώδης έλεγχος συμβατότητας των συμβάσεων με το ενωσιακό δίκαιο, επιτυγχάνεται η ευθυγράμμισή τους, σε γενικές γραμμές, με το συλλογικό ενωσιακό συμφέρον και, βέβαια, εξασφαλίζονται πιο ευνοϊκοί εμπορικοί όροι για τους Ευρωπαίους συμβαλλόμενους, λόγω της πιο ισχυρής διαπραγματευτικής τους θέσης.
Θα ήταν ωστόσο ανάλγητη μια ενωσιακή πολιτική για την ενέργεια, χωρίς πρόνοια και συγκεκριμένες δράσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου της ενεργειακής πενίας. Η ουσιαστική, οργανική σχέση των Ευρωπαίων πολιτών με το ενοποιητικό εγχείρημα μπορεί να σφυρηλατηθεί μόνο με τη δυναμική παρουσία και παρέμβαση της Ένωσης υπέρ των ευπαθών ομάδων σε κρίσιμους τομείς και σε δύσκολες συνθήκες, όπως οι σημερινές. Η απρόσκοπτη πρόσβαση όλων των πολιτών, ειδικά αυτών που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση, σε στοιχειώδη ενεργειακά αγαθά, αναδεικνύεται εν τοις πράγμασι σε κορυφαίο στόχο της ενωσιακής ενεργειακής στρατηγικής. Δεν νοείται εσωτερική αγορά ενέργειας ή Ενεργειακή Ένωση, χωρίς μετακύλιση της όποιας ωφέλειας προκύπτει από τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ενεργειακού χώρου στους καταναλωτές, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Στον τομέα αυτό, καίτοι η αρχή της επικουρικότητας καταλείπει περιορισμένη ευχέρεια στα ενωσιακά θεσμικά όργανα, η Ένωση θα πρέπει να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για το συντονισμό των προσπαθειών που καταβάλλονται σε εθνικό επίπεδο και για τη χάραξη μιας συνολικής στρατηγικής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η αλληλεγγύη, και στα μείζονα ενεργειακά ζητήματα, συνιστά μονόδρομο για την Ευρώπη.