Η ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟΥ ΣΤΟΧΟΥ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ

Read 72 times

Κάθε φυσική ανταλλαγή ενέργειας προϋποθέτει τη χρήση δικτύων. Έτσι και η απελευθέρωση των ανταλλαγών φυσικού αερίου είναι εφικτή μόνο με τη χορήγηση του δικαιώματος πρόσβασης στις υποδομές αυτές

Αυτός είναι ο βασικός στόχος της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου[2] και του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου[3], αμφότεροι εκδόσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου την 13η Ιουλίου του έτους 2009.

Η μεν Οδηγία 2009/73/ΕΚ έθεσε τους κανόνες για την διασφάλιση της ανεξαρτησίας των διαχειριστών των δικτύων μεταφοράς από τις δραστηριότητες παραγωγής και προμήθειας με σκοπό την αποφυγή διακρίσεων στην εκμετάλλευσή τους, ο δε Κανονισμός (ΕΚ) 715/2009 καθόρισε τους κανόνες και τις υπηρεσίες για την πρόσβαση τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς (Third Party Access), τη μεταξύ τους διαλειτουργικότητα, τη διαχείριση της συμφόρησης, τη διαφάνεια, την εξισορρόπηση και την κατανομή της δυναμικότητας.

Στη βάση του Κανονισμού (ΕΕ) 715/2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξουσιοδότησε τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (εφεξής «ACER»)[4] να καθορίσει τις κατευθυντήριες γραμμές επί των οποίων το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου (εφεξής «ENTSO-G»)[5] εκπόνησε τους Κώδικες που εξειδικεύουν περαιτέρω τους κανόνες πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς (άρθρο 6) και συμπληρώνουν το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την πρωτογενή και τη δευτερογενή αγορά δυναμικότητας, στην οποία δραστηριοποιούνται οι Διαχειριστές δικτύων φυσικού αερίου[6].

Με την ανωτέρω διαδικασία εκδόθηκαν οι Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) 984/2013[7] και ο ισχύων 2017/459 σχετικά με τους μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας[8], (ΕΕ) 312/2014 για την εξισορρόπηση του φυσικού αερίου[9] και (ΕΕ) 2015/703 για τη διαλειτουργικότητα διασυνδεδεμένων συστημάτων φυσικού αερίου[10], κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009 (ιδ. άρθρο 6 παρ. 11 και άρθρο 8 παρ. 6 στοιχ. ε) και ζ)) στη βάση του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. Οι ως άνω Κανονισμοί είναι πράξεις γενικής ισχύος, συμπληρώνοντας και αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος του βασικού Κανονισμού (ΕΕ) 715/2009, ο οποίος έχει χαρακτήρα νομοθετικής πράξης. Ο ENTSO-G παρακολουθεί την εφαρμογή των ανωτέρω Κωδίκων και υποβάλλει αναφορές στον ACER (άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 715/2009).

 

ΙΙ. Θεσμικό πλαίσιο διασύνδεσης συστημάτων φυσικού αερίου

Α. Πεδίο εφαρμογής  - ορισμοί

Στο ανωτέρω πλαίσιο, και προκειμένου να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η αποτελεσματική εμπορία και μεταφορά φυσικού αερίου σε όλα τα συστήματα φυσικού αερίου[11] εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου εκδόθηκε, με βάση την προαναφερόμενη διαδικασία, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2015/703 (εφεξής «Κανονισμός»). Με τον εν λόγω Κανονισμό θεσπίστηκε o Κώδικας δικτύου, που καθορίζει τους κανόνες για τη διαλειτουργικότητα και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ διασυνδεδεμένων συστημάτων φυσικού αερίου καθώς και εναρμονισμένους κανόνες για τη λειτουργία τους (Iinteroperability Network Code).

Ο Κανονισμός βρίσκει εφαρμογή σε κάθε σημείο, στο οποίο διασυνδέονται συστήματα φυσικού αερίου κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σημείο Διασύνδεσης). Είναι δυνατό ωστόσο, να εφαρμόζεται και σε σημεία εισόδου – εξόδου συστημάτων φυσικού αερίου από και προς τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης με απόφαση της εκάστοτε εθνικής ρυθμιστικής αρχής (άρθρο 1). Ειδική αναφορά γίνεται στους κανόνες που αφορούν στις μονάδες μέτρησης, όπως για παράδειγμα στην πίεση, στη θερμοκρασία, στον όγκο, στην ενέργεια κ.α. καθώς και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών για την ποιότητα του φυσικού αερίου, όπως εφαρμόζονται σε κάθε σημείο του συστήματος μεταφοράς που μετριέται η ποιότητα του φυσικού αερίου (άρθρα 13, 17, 18). Για την υλοποίηση των στόχων του, ο Κανονισμός υποχρεώνει τους Διαχειριστές γειτονικών συστημάτων φυσικού αερίου, τα οποία διασυνδέονται, να συνάψουν μεταξύ τους Συμφωνία Διασύνδεσης. Οι έννοιες της «Συμφωνίας Διασύνδεσης» και του «Σημείου Διασύνδεσης» ορίζονται στον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (υπ’ αριθμ. 2017/459) που αφορά στους μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας στα Συστήματα Μεταφοράς φυσικού αερίου (Capacity Allocation Mechanisms Network Code)[12].

Ως Συμφωνία Διασύνδεσης ορίζεται ως η συμφωνία που συνάπτεται από Διαχειριστές γειτονικών Συστημάτων Μεταφοράς (interconnection agreement), των οποίων τα Συστήματα συνδέονται σε συγκεκριμένο σημείο διασύνδεσης και καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και διατάξεις λειτουργίας, όσον αφορά στην παράδοση και/ή στην απόληψη αερίου στο σημείο διασύνδεσης με σκοπό τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής διαλειτουργικότητας των διασυνδεδεμένων δικτύων μεταφοράς (άρθρο 3 παρ. 13).

Ως Σημείο Διασύνδεσης (Interconnection Point) ορίζεται το φυσικό ή εικονικό σημείο[13] που συνδέει γειτονικά συστήματα εισόδου – εξόδου (entry – exit system) ή συνδέει σύστημα εισόδου – εξόδου με γραμμή διασύνδεσης (interconnector), στο μέτρο που τα σημεία αυτά αποτελούν αντικείμενο διαδικασιών δέσμευσης από χρήστες του δικτύου (άρθρο 3 παρ. 2)[14].

Στην Ελληνική έννομη τάξη, σχετικές προβλέψεις περιέχονται στο άρθρο 21 του Κώδικα Διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου[15].

 

Β. Ιστορική διάσταση

Τα θέματα λειτουργίας και ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ Συστημάτων φυσικού αερίου αποτελούσαν αντικείμενο, κατά κανόνα, ειδικής συμφωνίας (Operation and Dispatching agreement) μεταξύ των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας φυσικού αερίου (Long-term Gas Import Contracts)[16] που είχαν συνάψει μεταξύ τους.

Με την απελευθέρωση των αγορών φυσικού αερίου, ο κλάδος των υποδομών μεταφοράς του φυσικού αερίου αποσχίστηκε από την Κάθετα Ολοκληρωμένη Επιχείρηση στην οποία ανήκε και μεταβιβάστηκε σε χωριστό νομικό πρόσωπο, τον Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς[17]. Με τον τρόπο αυτό, τα ζητήματα λειτουργίας των δικτύων φυσικού αερίου περιήλθαν στην αρμοδιότητα των Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς, προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση όλων των χρηστών του συστήματος[18].

Διαπιστώθηκε εν τούτοις, ότι εμπόδιο στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού και στην ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά δεν αποτελεί μόνο η μη ύπαρξη συμφωνίας διαλειτουργικότητας αλλά και η ύπαρξη συμφωνίας η οποία ωστόσο εμπεριέχει όρους (εμπορικούς και λειτουργικούς) που μπορεί να περιορίζουν την επίτευξη των ανωτέρω στόχων[19].

Συνεπώς, παρότι μία συμφωνία διασύνδεσης συνάπτεται μεταξύ Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς, εφόσον το περιεχόμενό της δεν ρυθμίζεται, τουλάχιστον ως προς κανόνες που είναι αναγκαίοι για την αποτελεσματική λειτουργία των γειτονικών συστημάτων φυσικού αερίου, είναι δυνατό να επηρεάσει τις επιχειρηματικές επιλογές των χρηστών κάθε συστήματος και κατ’ επέκταση τις αγορές στις οποίες αυτοί δραστηριοποιούνται.

 

Γ. Επιδιωκόμενοι στόχοι

Προκειμένου να αποφευχθούν δυσλειτουργίες και τεχνικές ασυμβατότητες γειτονικών συστημάτων φυσικού αερίου, ο Κώδικας προβλέπει τη σύναψη Συμφωνίας Διασύνδεσης, με την οποία, σε συνδυασμό με τις λοιπές προβλέψεις του Κώδικα για τις μονάδες μέτρησης, την ποιότητα του φυσικού αερίου και την ανταλλαγή δεδομένων, επιτυγχάνεται η εμπορική και επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ Διαχειριστών γειτονικών Συστημάτων Μεταφοράς. Από την οπτική γωνία της αγοράς, μια Συμφωνία Διασύνδεσης επιτυγχάνει επίσης την εναρμόνιση των κανόνων για την αποτελεσματική εμπορία και μεταφορά του φυσικού αερίου δια μέσω των Συστημάτων Μεταφοράς των κρατών μελών που διασυνδέονται. Αφετηρία για τη στάθμιση των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται υποχρεωτικά σε μία Συμφωνία Διασύνδεσης αποτέλεσε για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η διαπίστωση ότι αυτή δεν μπορεί να περιέχει περισσότερους περιορισμούς από αυτούς που θα υπήρχαν εάν ο ίδιος Διαχειριστής λειτουργούσε αποτελεσματικά και τα δύο συστήματα μεταφοράς.

Διαπιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ότι υπάρχουν διάφορα είδη εμποδίων και κινδύνων που ελλοχεύουν για τους χρήστες συστημάτων μεταφοράς, όταν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στους όρους των συμφωνιών διασύνδεσης ή όταν δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των Διαχειριστών, οι οποίοι ενδέχεται να οδηγήσουν σε οικονομικές επιβαρύνσεις για τους χρήστες ή περιορισμούς στη ροή του φυσικού αερίου[20].

Για τους λόγους αυτούς, ο Κώδικας προβλέπει την ύπαρξη κοινών κανόνων για την αντιστοίχιση και την επιβεβαίωση ποσοτήτων (matching/confirmation) στους χρήστες ανάντη και κατάντη του Σημείου Διασύνδεσης καθώς και κοινούς κανόνες κατανομής ποσοτήτων, προκειμένου να μην επηρεάζονται δυσμενώς οι εμπορικοί όροι των συμβάσεων των χρηστών (αυξημένα κόστη και εμπορικοί κίνδυνοι). Περαιτέρω προβλέπει ειδικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς που ελέγχουν τη ροή του φυσικού αερίου και διαδικασίες για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των Διαχειριστών, προκειμένου να μη δημιουργούνται τεχνικά εμπόδια που περιορίζουν την τεχνική δυναμικότητα (technical capacity)[21] του Σημείου Διασύνδεσης και επηρεάζουν την εμπορική δραστηριότητα των χρηστών.

 

ΙΙΙ. Συμφωνίες Διασύνδεσης - Νομική φύση

Α. Εννοιολογικά γνωρίσματα

Η Συμφωνία Διασύνδεσης είναι ένα νέο συμβατικό μόρφωμα που δεν αντιμετωπίζεται στο κοινό δίκαιο. Είναι μία σύμβαση αμφοτεροβαρής, δεδομένου ότι δημιουργεί αμοιβαίες υποχρεώσεις για τους αντισυμβαλλόμενους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς φυσικού αερίου ως προς τη λειτουργία και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των δύο συστημάτων που διασυνδέονται. Είναι συναινετική, υπό την έννοια ότι αρκεί η σύμπτωση των βουλήσεων των δύο Διαχειριστών για τη γέννηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και, εκ της φύσεώς της, ενοχική αφού μόνο ενοχικές υποχρεώσεις παράγει για τους συμβαλλόμενους Διαχειριστές.

Πρέπει να τονιστεί επίσης, ότι δεν πρόκειται για σύμβαση προσχωρήσεως, αφού ούτε όρους προδιατυπωμένους ή επιβαλλόμενους, από έναν εκ των συμβαλλομένων, περιέχει ούτε οι συμβαλλόμενοι Διαχειριστές τελούν σε σχέση ισχυρότερου προς ασθενέστερο μεταξύ τους, οικονομικώς ή άλλως. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά της Συμφωνίας Διασύνδεσης από τη Σύμβαση Μεταφοράς και τη Σύμβαση Χρήσης Εγκατάστασης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου[22]. Οι συμβάσεις αυτές, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ Διαχειριστή και χρήστη του συστήματος, έχουν προδιατυπωμένο και εκ των προτέρων γνωστό περιεχόμενο, επιβάλλεται δε αναγκαστικά από το Ρυθμιστή η προσχώρηση σε αυτές και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.

Κρίσιμο εννοιολογικό γνώρισμα της Συμφωνίας Διασύνδεσης είναι ότι πρόκειται για μία εν μέρει αναγκαστική σύμβαση. Ως γνωστόν, σύμφωνα με την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και την κυριότερη εκδήλωση αυτής, τη συμβατική ελευθερία (ΑΚ 361), τα μέρη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν εάν θα καταρτίσουν ή όχι μια σύμβαση, να επιλέξουν το πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου, καθώς και να καθορίσουν το περιεχόμενο της σύμβασης.

Εν προκειμένω, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2015/703 προβλέπει αναγκαστικού και ενδοτικού δικαίου διατάξεις. Με τις μεν πρώτες περιορίζεται η ελευθερία του Διαχειριστή συστήματος φυσικού αερίου ως προς την κατάρτιση ή μη της Συμφωνίας Διασύνδεσης και την επιλογή του αντισυμβαλλομένου του, επιβάλλοντας επιπροσθέτως μεταξύ τους την συνομολόγηση ενός ελάχιστου υποχρεωτικού περιεχομένου[23]. Από τη άλλη με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις, ο Κανονισμός παρέχει μερική ελευθερία στους Διαχειριστές ως προς το ειδικότερο περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί και η υποχρέωση προσαρμογής των όρων των προϋφιστάμενων, της έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού, συμφωνιών διασύνδεσης με το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενου του Κανονισμού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά στο τομέα του φυσικού αερίου διατάξεις του Ενωσιακού δικαίου προβλέπουν την σύναψη υποχρεωτικής συμφωνίας καθορίζοντας ταυτόχρονα τους συμβαλλόμενους σε αυτή όπως και το ελάχιστο αναγκαστικό περιεχόμενό της. Από τη δημόσια διαβούλευση του σχεδίου Κανονισμού προέκυψε ωστόσο, ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στήριξαν την έκδοσή του και ζήτησαν να υπάρξουν ακόμη περισσότεροι υποχρεωτικοί κανόνες [24].

 

Β. Το περιεχόμενο των ρυθμίσεων

Ο Κανονισμός περιέχει ειδικότερα διατάξεις αναγκαστικές ως προς το είδος και το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας, όπως για παράδειγμα ο προσδιορισμός των μονάδων μέτρησης του φυσικού αερίου που μεταφέρεται μέσω των συστημάτων  που διαχειρίζονται οι συμβαλλόμενοι Διαχειριστές (άρθρο 13) και των κοινών δεδομένων και στοιχείων που οφείλουν να ανταλλάσουν μεταξύ τους (άρθρο 21).

Περιέχει, επίσης, διατάξεις ενδοτικού δικαίου ως προς τη θεματολογία που απαιτείται να ρυθμιστεί στη συμφωνία (άρθρο 3). Παρότι η θεματολογία αυτή είναι υποχρεωτικό να περιλαμβάνεται στη συμφωνία, εναπόκειται στους συμβαλλόμενους Διαχειριστές να καθορίσουν το ακριβές περιεχόμενό της[25]. Αφορά τους κανόνες για τον έλεγχο της ροής του φυσικού αερίου (flow control), τις αρχές μέτρησης της ποσότητας και της ποιότητας του μεταφερόμενου φυσικού αερίου (metering), τη διαδικασία αντιστοίχισης των ποσοτήτων φυσικού αερίου που δηλώνουν οι χρήστες ότι θα μεταφερθεί μέσω των δύο Συστημάτων Μεταφοράς (matching), την κατανομή των ποσοτήτων που μεταφέρθηκε για λογαριασμό τους (allocation), την επικοινωνία μεταξύ των Διαχειριστών σε περίπτωση εκτάκτων γεγονότων (exceptional events), τη διαδικασία επίλυσης διαφορών καθώς και προβλέψεις για την τροποποίηση της συμφωνίας.

Σε περίπτωση όμως που, παρά την ελευθερία που παρέχει ο Κανονισμός, οι συμβαλλόμενοι Διαχειριστές δεν έρθουν σε συμφωνία ως προς τον τρόπο εφαρμογής των ανωτέρω, ο Κανονισμός θεσπίζει συγκεκριμένους υποχρεωτικούς κανόνες που οφείλουν να περιλάβουν στη συμφωνία τους και να εφαρμόζουν οι δύο Διαχειριστές (default rules). Για παράδειγμα, ο Κανονισμός ορίζει ότι, απουσία ειδικότερης συμφωνίας, όσον αφορά στην αντιστοίχιση ποσοτήτων οι διαχειριστές επιβεβαιώνουν τη μικρότερη ποσότητα φυσικού αερίου (lesser rule) μεταξύ αυτών που δηλώνονται από ένα ζεύγος χρηστών που δραστηριοποιούνται ανάντη και κατάντη του Σημείου Διασύνδεσης (άρθρο 8 παρ. 5). Επίσης, όσον αφορά στην κατανομή ποσοτήτων οι Διαχειριστές οφείλουν να δημιουργήσουν έναν Λογαριασμό Επιχειρησιακής Εξισορρόπησης (Operational Balancing Account), στον οποίο λογιστικά χρεώνεται ή πιστώνεται σε κάθε διαχειριστή η διαφορά μεταξύ της προγραμματισμένης και της μετρούμενης ποσότητας (steering difference) που τελικώς μεταφέρθηκε στο Σημείο Διασύνδεσης (άρθρο 9 παρ. 2 και άρθρο 2 παρ θ). Ο Κανονισμός υποχρέωσε μάλιστα τον ENTSO-G να εκπονήσει ένα πρότυπο σχέδιο Συμφωνίας Διασύνδεσης, το οποίο περιλαμβάνει το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο που επιβάλλει να περιέχει μια τέτοια Συμφωνία καθώς και πεδία για κάθε θέμα, για το οποίο οι διαχειριστές δεν κατάφεραν να ρυθμίσουν με κοινή συμφωνία (άρθρο 5)[26].

Ο Κανονισμός αφήνει, ωστόσο, πλήρη συμβατική ελευθερία στους Διαχειριστές κατά τον προσδιορισμό των λοιπών συμβατικών όρων της Συμφωνίας, ιδίως στα θέματα εφαρμοστέου δικαίου, δικαιοδοσίας (διαιτησία ή τακτικά δικαστήρια) και ευθύνης (για παράδειγμα συμφωνία για τον περιορισμό της ευθύνης των συμβαλλομένων, ύπαρξη η μη  ποινικής ρήτρας κ.α.).

 

Γ. Συμφωνία Διασύνδεσης: εργαλείο επίτευξης γενικότερου σκοπού

Ο σκοπός των περιορισμών της ελευθερίας διαπραγμάτευσης και προσδιορισμού των αναγκαστικών συμβάσεων είναι: α. η προστασία του ασθενέστερου συμβαλλόμενου, ο οποίος μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον άλλο συμβαλλόμενο με την ισχυρότερη διαπραγματευτική ισχύ, β. η προστασία των τρίτων, όταν η σύμβαση επηρεάζει τα συμφέροντα τρίτων και η ασφάλεια των συναλλαγών και γ. η ανάγκη προστασίας του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος.

Εν προκειμένω, η προβληματική δεν εξαντλείται στο σκοπό της παρέμβασης του αναγκαστικού δικαίου στη συμβατική ελευθερία αλλά πως η ελευθερία που παρέχεται στα συμβαλλόμενα μέρη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από αυτά προς ίδιον όφελος αλλά για την προώθηση ενός γενικότερου σκοπού, την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου.

Παρότι ο Κανονισμός δημιουργεί - σε πρώτη ανάγνωση - την εντύπωση ότι αφορά σε τεχνικούς και λειτουργικούς κανόνες που πρέπει να περιέχονται στη Συμφωνία Διασύνδεσης και να τηρούνται από τους Διαχειριστές γειτονικών συστημάτων φυσικού αερίου για να λειτουργούν αποτελεσματικά το σύστημα τους, οι κανόνες αυτοί δεν είναι παρά το μέσο για την μεγιστοποίηση του οφέλους των χρηστών του συστήματος που δραστηριοποιούνται ανάντη και κατάντη του Σημείου Διασύνδεσης.

Η Συμφωνία Διασύνδεσης έχει έντονο το στοιχείο της πρωτοτυπίας και αφίσταται από τα συνήθη συμβατικά μορφώματα, αποτελεί δε μια μορφή σύμβασης συνεργασίας που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/703. Οι Διαχειριστές κατά την κατάρτιση της συμφωνίας οφείλουν, βασιζόμενοι στην ελευθερία που τους παρέχει ο Κανονισμός, να βρουν την ισορροπία μεταξύ της εξυπηρέτησης του ιδιωτικού συμφέροντος και της εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος. Το γενικό συμφέρον, εν προκειμένω, είναι το συμφέρον της αγοράς φυσικού αερίου εντός της οποίας δραστηριοποιούνται οι χρήστες του συστήματος. Εν τούτοις, οι Διαχειριστές συστημάτων φυσικού αερίου δεν είναι κατ’ ανάγκη δημόσιες επιχειρήσεις αλλά, ιδίως κατόπιν της εισαγωγής κανόνων διαχωρισμού των δραστηριοτήτων της προμήθειας από την μεταφορά φυσικού αερίου[27], αμιγώς ιδιωτικές εταιρείες ή εταιρείες με αυξημένη ιδιωτική συμμετοχή στη μετοχική τους σύνθεση και στη λήψη των αποφάσεων.

Το κρίσιμο - εμπορικά - για το χρήστη του συστήματος μεταφοράς είναι η επιβεβαίωση και η κατανομή από το Διαχειριστή της ποσότητας φυσικού αερίου που δήλωσε ο χρήστης ότι επιθυμεί να παραλάβει για μία συγκεκριμένη ημέρα, δεδομένου ότι η ποσότητα αυτή τελεί σε συνάρτηση με τις δεσμεύσεις που έχει ο ίδιος αναλάβει έναντι των Προμηθευτών ή/και των Πελατών του. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται η επιχειρηματική του ασφάλεια και κατ’ επέκταση η εύρυθμη και οικονομικά αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς φυσικού αερίου. Αυτό επιτυγχάνεται με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες επιδιώκουν να ενισχύσουν την ανάπτυξη του διασυνοριακού εμπορίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις διασφαλίζεται για τους Διαχειριστές η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συστήματός τους και ως εκ τούτου η βιωσιμότητα του δικτύου, όχι όμως με μοναδικό σκοπό τις στενές εμπορικές τους επιδιώξεις.

IV. Επίμετρο

Αξίζει να αναφερθεί ότι από τα ογδόντα (80) Σημεία Διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο σε οκτώ (8) δεν έχει ακόμη υπάρξει Συμφωνία Διασύνδεσης μεταξύ των Διαχειριστών των παρακείμενων συστημάτων φυσικού αερίου[28].

Το Σημείο Διασύνδεσης Kulata (BG)/Sidirokastron (GR) είναι σήμερα το μοναδικό σημείο του Ελληνικού συστήματος φυσικού αερίου που διασυνδέεται με άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δηλαδή τη Βουλγαρία). Η Συμφωνία Διασύνδεσης μεταξύ των Διαχειριστών ανάντη και κατάντη του Σημείου αυτού, ΔΕΣΦΑ ΑΕ και Bulgartransgaz EAD, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου του έτους 2016.

 

[1] Το παρόν αποτυπώνει με μεγαλύτερη ανάλυση την εισήγηση που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο ημερίδας της Ελληνικής Ένωσης Δικαίου της Ενέργειας, που έλαβε χώρα στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στις 21.12.2016. Εκφράζει προσωπικές επιστημονικές απόψεις του συντάκτη της και δεν απηχεί επίσημες θέσεις της ανώνυμης εταιρείας «Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου Α.Ε.», με την οποία συνεργάζεται.

[2] ΕΕ L 211/94

[3] ΕΕ L 211/36

[4] Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (στα Αγγλικά, Agency for the Cooperation of Energy Regulators, ACER) ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 713/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13η Ιουλίου 2009 (ΕΕ L 211/1).

[5] Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου ,ΕΔΔΣΜ Αερίου (και στα Αγγλικά, European Network of Transmission System Operators for Gas) ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009.

[6] Βλ. σχετικά ΦΟΡΤΣΑΚΗ Θ., ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ Ν. (επιμ.), Δίκαιο της Ενέργειας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016, σελ. 91 – 119 και ΜΙΧΕΛΑΚΗ Σ, ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ Μ., «Εθνικοί και Ενωσιακοί κανόνες που διέπουν τους διαχειριστές Δικτύων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου», σε: Φαραντούρη Ν. (επιμ.), Ενέργεια, Δίκτυα και Υποδομές, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2014, σελ. 79 - 100.

[7] ΕΕ L 273/5

[8] ΕΕ L 72/1

[9] ΕΕ L 91/15

[10] ΕΕ L 113/13

[11] Σύμφωνα με την Οδηγία 2009/73/ΕΚ, ένα «σύστημα» φυσικού αερίου περιλαμβάνει τα δίκτυα μεταφοράς, που ανήκουν σε επιχείρηση φυσικού αερίου ή/και τα εκμεταλλεύεται τέτοια επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων εντός αγωγών και των εγκαταστάσεων για την παροχή βοηθητικών υπηρεσιών, καθώς και των εγκαταστάσεων συνδεδεμένων επιχειρήσεων που απαιτούνται για την παροχή πρόσβασης στη μεταφορά (άρθρο 2 παρ. 13).

[12] Για το μηχανισμό κατανομής δυναμικότητας στις διασυνδέσεις, βλ. σχετικά ΑΥΛΩΝΙΤΗ Γ. «Ευρωπαϊκός Κώδικας Δικτύου σχετικά με Μηχανισμούς Κατανομής Δυναμικότητας σε Συστήματα Μεταφοράς Αερίου: Κριτική Επισκόπηση», σε: ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ Ν. (επιμ.), σειρά Ενεργειακά Τετράδια, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Ευρωπαϊκή Έδρα Jean Monnet στο Δίκαιο & Πολιτικές ΕΕ, 2014, σελ. 12 – 15, διαθέσιμο στον ιστότοπο https://www.des.unipi.gr/el/ma-energy-energy-papers.

[13] «Εικονικό σημείο διασύνδεσης»: δύο ή περισσότερα σημεία διασύνδεσης που συνδέουν τα ίδια δύο γειτονικά συστήματα εισόδου-εξόδου, ενοποιημένα για τους σκοπούς παροχής ενιαίας υπηρεσίας δυναμικότητας (άρθρο 3 παρ. 17 Κανονισμού (ΕΕ) 984/2013).

[14] Οι ορισμοί της Συμφωνίας Διασύνδεσης και Σημείο Διασύνδεσης εισήχθησαν για πρώτη φορά στον Κανονισμό (ΕΕ) 984/2013 και διατηρήθηκαν χωρίς τροποποιήσεις στον ισχύοντα Κανονισμό (ΕΕ) 2017/459.

[15] ΦΕΚ Β’ 3131/2013.

[16] Βλ. σχετικά, «Long-term Gas Contracts in Europe», CIEP 2014.

[17] Ως «διαχειριστής συστήματος μεταφοράς» ορίζεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διεκπεραιώνει το έργο της μεταφοράς και είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση και, αν χρειάζεται, την ανάπτυξη του συστήματος μεταφοράς σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα συστήματα, και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ικανότητας του συστήματος να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση μεταφοράς φυσικού αερίου (άρθρο 2 παρ. 4 Οδηγίας 2009/73/ΕΚ).

[18] Βλ. σχετικά κεφάλαια III και IV της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ.

[19] Βλ. ACER Initial Impact Assessment accompanying the document Framework Guidelines on Interoperability and Data Exchange Rules for European Gas Transmission Networks, 1 October 2012, σελ. 14.

[20] Ό.π. σελ 8.

[21] Ως «τεχνική δυναμικότητα» ορίζεται η μέγιστη αμετάβλητη δυναμικότητα την οποία είναι σε θέση να προσφέρει ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς στους χρήστες του δικτύου, λαμβανομένων υπόψη της ακεραιότητας του δικτύου και των λειτουργικών απαιτήσεων του δικτύου μεταφοράς (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. 18 Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009)

[22] ΦΕΚ Β’ 3325/2013.

[23] Βλ. ACER Framework Guidelines on Interoperability and Data Exchange Rules for European Gas Transmission Networks, 26 July 2012, p. 8

[24] βλ. ENTSO-G, INT0433-130910 Analysis of Decisions for Interoperability and Data Exchange Rules Network Code, 19.9.2013, σελ. 25επ., διαθέσιμη στον ιστότοπο www.entsog.eu.

[25] Ό.π., σελ. 5επ.

[26] Βλ. ENTSO-G, INT0647 Interconnection Agreement Template, 16 December 2015 Final, διαθέσιμη στον ιστότοπο www.entsog.eu.

[27] Βλ. ΚΟΛΙΑ Μ., ΒΑΡΕΛΑ Α., «Πιστοποίηση Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και Φυσικού Αερίου – μια ανασκόπηση των κυριότερων ζητημάτων» σε: Φαραντούρη Ν. (επιμ.), Ενέργεια, Δίκτυα και Υποδομές, ό.π., σελ. 101 – 137.

[28] βλ. INT0967-160919 Implementation monitoring report. rev 2, 19.9.2016, σελ. 5, διαθέσιμη στον ιστότοπο www.entsog.eu.